Πότε γίνεται ανάκληση μετάταξης που έχει αιτηθεί δημοτικός υπάλληλος

Τη διαδικασία που ένας δημοτικός υπάλληλος μπορεί να αιτηθεί την ανάκληση μετάταξης που έχει ζητήσει ο ίδιος, περιγράφονται στον ισχύον Κώδικας Κατάστασης Δημοτικών και Κοινοτικών Υπαλλήλων.

Συγκεκριμένα:

Ερώτηση: Μόνιμος υπάλληλος, ο οποίος είναι διορισμένος σε Δήμο, έχει κάνει αίτηση μετάταξης από το Δήμο σε ΝΠΔΔ του Δήμου, με μεταφορά θέσης, με τις παλιές διατάξεις. Σε ποιο στάδιο της διαδικασίας μετάταξης δύναται ο υπάλληλος να ανακαλέσει το αίτημα μετάταξης του;

Απάντηση: Όπως παγίως γίνεται δεκτό από την νομολογία, η μετάταξη δημοσίου υπαλλήλου αναλύεται θεωρητικώς (εν είδει πλάσματος δικαίου) σε απόλυση από μία θέση και διορισμό σε ομοιόβαθμη θέση (ΣτΕ 4237/2005, 456/1981, ΔΕΑ 246/2015, 3753/2013, Γνωμ ΝΣΚ 200/2017, 280/2016 (Ολομ), 163/2016, 147/2001, απάντων των ως άνω με περαιτέρω παραπομπές σε νομολογία). Εκ τούτου έπεται ότι οι προϋποθέσεις της δυνατότητας ανάκλησης ή όχι της πράξης μετάταξης αναζητούνται στις διατάξεις περί προϋποθέσεων ανάκλησης της πράξης διορισμού (Γνωμ ΝΣΚ 200/2017, 163/2016, Ολομ. 280/2016).

Περαιτέρω, ο ισχύον Κώδικας Κατάστασης Δημοτικών και Κοινοτικών Υπαλλήλων, με το άρθρο 27 ρυθμίζει το ζήτημα της ανάκλησης της πράξης διορισμού δημοσίου υπαλλήλου ορίζοντας ρητά τις προϋποθέσεις που πρέπει να συντρέχουν για να χωρήσει η εν λόγω ανάκληση.

Ειδικότερα στην παρ. 1 προβλέπονται οι περιπτώσεις της υποχρεωτικής ανάκλησης που είναι η ρητή ή σιωπηρή μη αποδοχή του διορισμού και η μη εκπλήρωση ετέρων πρόσθετων νόμιμων υποχρεώσεων πριν την ανάληψη υπηρεσίας. Τέλος στην περίπτωση που η πράξη διορισμού έγινε κατά παράβαση νόμου, ανακαλείται εντός διετίας από τη δημοσίευσή της σύμφωνα με τα οριζόμενα στην παρ. 2 εδ. α’ του ανωτέρω αναφερόμενου άρθρου του Νόμου, ενώ περαιτέρω στο εδ. β’ ορίζεται ότι μετά την παρέλευση διετίας η ανάκληση χωρεί όταν ο διορισθείς δολίως προκάλεσε ή υποβοήθησε στο παράνομο του διορισμού ή αν ο διορισμός έγινε κατά παράβαση των άρθρων 12 και 16 (αναφέρονται στην ιθαγένεια, στην ύπαρξη ποινικής καταδίκης ή υποδικίας για συγκεκριμένα εγκλήματα, στη θέση σε δικαστική συμπαράσταση κ.α.) (βλ. σχετ. Γνωμ. ΝΣΚ 92/2018 & 74/2010).