Συνεχίζεται η έκδοση δεκτών αποφάσεων για συνταξιούχους! Τους επιστρέφονται οι παράνομες κρατήσεις από τον ν. 4093/2012 και μάλιστα έντοκα!!!

Θετική είναι η εξέλιξη για τους συνταξιούχους που έχουν προσφύγει στα αρμόδια Δικαστήρια διεκδικώντας την επιστροφή των μνημονιακών περικοπών στις συντάξεις τους, αφού αυτές έχουν ΗΔΗ κριθεί παράνομες και αντισυνταγματικές!!

Το Διοικητικό Πρωτοδικείο Αθήνας εξέδωσε πρόσφατα την υπ’αριθ. 9714/2019 απόφασή του, με την οποία αφενός μεν αναγνωρίζεται η αντισυνταγματικότητα των διατάξεων του άρθρου πρώτου παρ. ΙΑ υποπαρ. ΙΑ.5 περ. 1 και υποπαρ. ΙΑ.6 περ. 3 του μνημονιακού νόμου 4093/2012, αφετέρου δε, υποχρεώνεται ο ΕΦΚΑ να επιστρέψει στους ενάγοντες, συνταξιούχους του ΤΑΠ-ΟΤΕ και ήδη ΕΦΚΑ, τις περικοπές που έγιναν στις συντάξεις τους βάσει του ν. 4051/2012 και μάλιστα ΕΝΤΟΚΑ από την επίδοση της αγωγής τους!!

Το «μπαράζ» των δεκτών αποφάσεων συνεχίζεται σε όλη την Ελλάδα, αφού ερείζονται στις υπ’αριθ. 2287-2290/2015 αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας!!
Η ΕΝΥΠΕΚΚ θεωρεί ότι, αφού νομικώς το ζήτημα έχει λυθεί, το μόνο που μένει είναι η πολιτική βούληση για την εκτέλεση των ανωτέρω αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου από την πλευρά της κυβέρνησης και η συμμόρφωσή της προς αυτές, δηλαδή η ΑΜΕΣΗ επιστροφή των παρανόμως και αντισυνταγματικώς παρακρατηθέντων ποσών από την κύρια και επικουρική σύνταξη, ΣΕ ΟΛΟΥΣ ΤΟΥΣ ΣΥΝΤΑΞΙΟΥΧΟΥΣ της χώρας!
Η ΕΝΥΠΕΚΚ θα συνεχίσει την ενημέρωση, την επιστημονική προσέγγιση όλων των θεμάτων της Εργασίας και του Κοινωνικού Κράτους και τον αγώνα για τη δικαίωση των εργαζομένων και των συνταξιούχων της χώρας!
Είναι, πλέον, όχι μόνο κοινωνική ανάγκη, αλλά και θεσμική!!
Η ευθυγράμμιση της Πολιτείας και της εκάστοτε κυβέρνησης με το Σύνταγμα αποτελεί μείζον ζήτημα για τη Δημοκρατία!!
Παραθέτουμε το κείμενο της απόφασης με αριθμό 9714/2019 του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθήνας:
Απόφαση 9714/17-7-2019
ΤΟ
ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΑΣ
Σ υ ν ε δ ρ ί α σ ε δημόσια στο ακροατήριό του στις 9 Μαΐου 2019 με δικαστή τ……..
γ ι α να κρίνει την αγωγή με χρονολογία κατάθεσης 14-9-2016
τ ω ν : 1…… (σύνολο 50), οι οποίοι δεν παραστάθηκαν, εκτός από τους προαναφερόμενους κληρονόμους του 14ου ενάγοντος, οι οποίοι παραστάθηκαν δια της πληρεξούσιας …………….
κ α τ ά του Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία «Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων – Ενιαίο Ταμείο Ασφάλισης Μισθωτών» (Κλάδος Σύνταξης ΤΑΠ-ΟΤΕ) και ήδη «Ενιαίος Φορέας Κοινωνικής Ασφάλισης» (Ε.Φ.Κ.Α.), που εκπροσωπείται νομίμως και παραστάθηκε με ……………..
Η κ ρ ί σ η τ ο υ ε ί ν α ι η ε ξ ή ς :
1.Επειδή, με την κρινόμενη αγωγή, οι ενάγοντες, συνταξιούχοι του κλάδου σύνταξης ΤΑΠ-ΟΤΕ του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, ζητούν, παραδεκτώς, κατ’ ορθή εκτίμηση του περιεχομένου της αγωγής, να υποχρεωθεί το εναγόμενο να καταβάλει, εντόκως, σε καθέναν απ’ αυτούς τα ξεχωριστά αναγραφόμενα στο δικόγραφο της κρινόμενης αγωγής ποσά, ως αποζημίωση, κατ’ άρθρα 105-106 του ΕισΝΑκ, για την αποκατάσταση της ισόποσης οικονομικής ζημίας που αυτοί υπέστησαν, λόγω των περικοπών στην κύρια σύνταξη που έλαβαν από το εναγόμενο, κατά το χρονικό διάστημα από 11-6-2015 έως 30-6-2016, κατ’ εφαρμογή των κριθέντων ως αντισυνταγματικών διατάξεων των ν. 4051/2012 και 4093/2012, πλέον δώρων Χριστουγέννων, Πάσχα και επιδομάτων αδείας. Εξάλλου, μετά την άσκηση της κρινόμενης αγωγής, απεβίωσε ο 14ος ενάγων, για τον οποίο νομίμως συνεχίζουν τη δίκη οι μόνοι νόμιμοι κληρονόμοι αυτού …….(βλ. σχετ. ……..).
2. Επειδή, νομίμως παρίσταται και συνεχίζει την δίκη, ως εναγόμενος, ο Ενιαίος Φορέας Κοινωνικής Ασφάλισης (Ε.Φ.Κ.Α.), καθολικός διάδοχος, από 1-1-2017, του Ι.Κ.Α. – Ε.Τ.Α.Μ (άρθρα 51, 53 και 70 παρ. 9 ν. 4387/2016, Φ.Ε.Κ. Α΄ 85).
3. Επειδή, στο άρθρο πρώτο παρ. ΙΑ του ν. 4093/2012 «Έγκριση Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013-2016 – Επείγοντα Μέτρα Εφαρμογής του ν. 4046/2012 και του Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013-2016» (Φ.Ε.Κ. Α΄ 222/12.11.2012), όπως το τελευταίο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου αυτού αντικαταστάθηκε από το άρθρο 34 παρ. 4 του ν. 4111/2013 (Φ.Ε.Κ. Α΄ 18/25.1.2013) με έναρξη ισχύος – σύμφωνα με το άρθρο 49 παρ. 4 του ίδιου νόμου – από 5.12.2012, ορίζεται ότι: «ΙΑ.5. 1. Από 1.1.2013 η μηνιαία σύνταξη ή το άθροισμα των μηνιαίων συντάξεων άνω των 1.000,00 ευρώ από οποιαδήποτε πηγή και για οποιαδήποτε αιτία μειώνονται ως εξής: α. Ποσό σύνταξης ή αθροίσματος άνω των 1.000,01 ευρώ και έως 1.500,00 ευρώ μειώνεται στο σύνολο του ποσού κατά 5% και σε κάθε περίπτωση το ποσό που εναπομένει δεν μπορεί να υπολείπεται των 1.000,01 ευρώ. β. Ποσό σύνταξης ή αθροίσματος από 1.500,01 ευρώ έως 2.000,00 ευρώ μειώνεται στο σύνολο του ποσού κατά 10% και σε κάθε περίπτωση το ποσό που εναπομένει δεν μπορεί να υπολείπεται των 1.425,01 ευρώ. γ. Ποσό σύνταξης ή αθροίσματος από 2.000,01 ευρώ έως 3.000,00 ευρώ μειώνεται κατά ποσοστό 15% και σε κάθε περίπτωση το ποσό που εναπομένει δεν μπορεί να υπολείπεται των 1.800,01 ευρώ. δ. Ποσό σύνταξης ή συντάξεων από 3.000,00 ευρώ και άνω μειώνεται κατά ποσοστό 20% και σε κάθε περίπτωση το ποσό που εναπομένει δεν μπορεί να υπολείπεται των 2.550,01 ευρώ. Στο ως άνω άθροισμα λαμβάνονται υπόψη τα μερίσματα, καθώς και κάθε είδους προσαυξήσεις. Επί του αθροίσματος αυτού το ποσό της μείωσης επιμερίζεται αναλογικά σε κάθε φορέα ή τομέα και αποτελεί έσοδο του οικείου ασφαλιστικού φορέα ή τομέα. Για τον υπολογισμό του ποσοστού της μείωσης λαμβάνεται υπόψη το καταβλητέο ποσό συντάξεως ή του ως άνω αθροίσματος την 31.12.2012 μετά τις μειώσεις και τις παρακρατήσεις της ειδικής εισφοράς αλληλεγγύης συνταξιούχων. Από τις ανωτέρω μειώσεις εξαιρούνται όσοι λαμβάνουν το μηνιαίο εξωιδρυματικό επίδομα των παρ. 1 και 2 του άρθρου 42 του ν. 1140/1981 (Α΄ 68), όπως ισχύουν. 2. … ΙΑ.6. 1. … 3. Από 1.1.2013 τα επιδόματα και δώρα εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα και το επίδομα αδείας, που προβλέπονται από οποιαδήποτε γενική ή ειδική διάταξη νόμου ή κανονιστική πράξη ή καταστατική διάταξη για τους συνταξιούχους και βοηθηματούχους όλων των φορέων και τομέων κύριας και επικουρικής ασφάλισης αρμοδιότητας του Υπουργείου Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας, καθώς και του ΟΓΑ, του NAT και της Τράπεζας της Ελλάδος καταργούνται. …».
4. Επειδή, όπως κρίθηκε με τις 2287-2290/2015 αποφάσεις της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας, με την εμφάνιση της οξύτατης δημοσιονομικής κρίσης στις αρχές του έτους 2010, ο νομοθέτης, εκτιμώντας ότι υφίστατο άμεσος κίνδυνος κατάρρευσης της οικονομίας και χρεοκοπίας της Χώρας και ότι ο μόνος τρόπος για να αντιμετωπισθεί η κατάσταση ήταν η προσφυγή στη χρηματοδοτική υποστήριξη από τα κράτη της Ευρωζώνης και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, έλαβε, έναντι της υποστήριξης αυτής, κυριαρχικώς, σειρά μέτρων περιστολής των δημοσίων δαπανών, μεταξύ των οποίων και η διενέργεια περικοπών και μειώσεων συνταξιοδοτικών παροχών των συνταξιοδοτούμενων από τους φορείς υποχρεωτικής κοινωνικής ασφάλισης. Οι περικοπές και οι μειώσεις αυτές, οι οποίες ξεκίνησαν από τα επιδόματα εορτών και αδείας των οργανισμών κύριας ασφάλισης (άρθρο τρίτο παρ. 10-14 του ν. 3845/2010, Α΄ 65), συνεχίσθηκαν δε σε σύντομο χρονικό διάστημα με την εισφορά αλληλεγγύης των συνταξιούχων κύριας ασφάλισης (άρθρο 38 του ν. 3863/2010), την εν συνεχεία αναπροσαρμογή και τη συμπλήρωση της εισφοράς αυτής και την επέκτασή της στην επικουρική ασφάλιση (άρθρο 44 παρ. 10-13 του ν. 3986/2011), καθώς και τις μειώσεις στις συντάξεις των κάτω των 55 ετών συνταξιούχων και στις κύριες και επικουρικές συντάξεις που υπερβαίνουν, αντιστοίχως, τα 1.200 και τα 150 ευρώ (άρθρο 2 παρ. 1-5 του ν. 4024/2011, Α΄ 226), εντάσσονται στις δέσμες μέτρων που έχουν ως βάση τις προβλέψεις του πρώτου «Μνημονίου» και του πρώτου «Μεσοπροθέσμου Πλαισίου» και συνιστούν, κατά τα προεκτεθέντα, μέτρα «άμεσης απόδοσης» για την εξεύρεση πόρων προς αντιμετώπιση της έκτακτης ανάγκης στην οποία βρέθηκε η Χώρα. Με τα δεδομένα αυτά, οι εν λόγω περικοπές, έχοντας αποφασισθεί υπό την πίεση των ως άνω όλως εξαιρετικών περιστάσεων και επιβαλλόμενες, κατά την εκτίμηση του νομοθέτη, για την άμεση αντιμετώπιση της κρίσης, κρίθηκε ότι δεν παραβιάζουν τις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1, 4 παρ. 1 και 5, 22 παρ. 5, 25 παρ. 1 και 4 και 106 παρ. 1 του Συντάγματος και δεν αντίκεινται ούτε στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α.. Περαιτέρω, προς εφαρμογή του εγκριθέντος κατά το έτος 2012 δεύτερου «Μνημονίου Συνεννόησης» (ν. 4046/2012, Α΄ 28), ακολούθησαν κατά το ίδιο αυτό έτος, δύο νομοθετήματα με αντικείμενο την περαιτέρω, μετά τις προαναφερόμενες διαδοχικές περικοπές, περιστολή των κυρίων και επικουρικών συντάξεων. Ειδικότερα, με το άρθρο 6 του ν. 4051/2012 «Ρυθμίσεις συνταξιοδοτικού περιεχομένου και άλλες επείγουσες ρυθμίσεις εφαρμογής του Μνημονίου Συνεννόησης του Ν. 4046/2012» (Α΄ 40) μειώθηκαν αναδρομικά, από 1.1.2012, κατά 12% οι μηνιαίες κύριες συντάξεις που υπερβαίνουν το ποσό των 1.300 ευρώ και οι επικουρικές συντάξεις, με κλιμάκωση του ποσοστού μειώσεως (10%, 15% και 20%) αναλόγως του ύψους αυτών και με κατοχύρωση κατώτατου ορίου ποσού 200 ευρώ, ενώ, στη συνέχεια, ακολούθησε ο ν. 4093/2012 (Α΄ 222), με το άρθρο πρώτο του οποίου, αφενός μειώθηκαν εκ νέου, σε ποσοστό από 5% έως και 20%, οι από οποιαδήποτε πηγή και για οποιαδήποτε αιτία συντάξεις, που υπερβαίνουν αθροιστικώς τα 1.000 ευρώ, αφετέρου καταργήθηκαν πλέον για όλους τους συνταξιούχους τα επιδόματα και δώρα Χριστουγέννων, Πάσχα και αδείας. Στις αιτιολογικές εκθέσεις των εν λόγω διατάξεων δεν μνημονεύονται καθόλου οι προηγηθείσες περικοπές, η δε λήψη των νέων μέτρων αιτιολογείται με γενική αναφορά στις «δημοσιονομικές ανάγκες της χώρας», στη «δυσμενή οικονομική κατάσταση συγκεκριμένων ασφαλιστικών φορέων» και στην ανάγκη «να διασφαλιστεί η βιωσιμότητα όλων των φορέων κοινωνικής ασφάλισης […]». Στο δεύτερο αυτό Μνημόνιο προβλεπόταν σχετικώς ότι «για την πορεία δημοσιονομικής προσαρμογής του προγράμματος» και ενόψει «των συνεχών προβλημάτων της Ελλάδας με τη φορολογική συμμόρφωση» θα χρειαζόταν η λήψη «επιπρόσθετων μέτρων», ότι «το μεγαλύτερο μέρος της προσαρμογής θα επιτυγχανόταν μέσω περικοπών δαπανών που θα αποσκοπούσαν στη μόνιμη μείωση του μεγέθους του κράτους», ότι «πολλές από αυτές τις περικοπές θα έπρεπε να αφορούν τις κοινωνικές μεταβιβάσεις» και ότι «η μεγάλη εναπομείνασα δημοσιονομική προσαρμογή θα έπρεπε κατ’ ανάγκη να περιλαμβάνει περαιτέρω προσαρμογές των συντάξεων […] με τρόπο που να προστατεύονται οι χαμηλοσυνταξιούχοι […]» (ΣτΕ 2287/2015 Ολομ.).
5. Επειδή, οι τελευταίες ως άνω διατάξεις ψηφίσθηκαν όταν είχε πλέον παρέλθει διετία από τον πρώτο αιφνιδιασμό της οικονομικής κρίσης και αφού εντωμεταξύ είχαν σχεδιασθεί και ληφθεί τα βασικά μέτρα για την αντιμετώπισή της. Επομένως, κατά την επιχειρηθείσα με τις διατάξεις αυτές νέα, για πολλοστή φορά, περικοπή συνταξιοδοτικών παροχών της ίδιας ομάδας θιγομένων, ο νομοθέτης δεν δικαιολογείτο πλέον να προχωρήσει στην ψήφιση των σχετικών ρυθμίσεων χωρίς ειδική έρευνα του αντικειμένου αυτών, αλλά όφειλε, κατά τα προεκτεθέντα, να προβεί σε εμπεριστατωμένη μελέτη, προκειμένου να διαπιστώσει και να αναδείξει τεκμηριωμένα ότι η λήψη των συγκεκριμένων μέτρων ήταν συμβατή με τις σχετικές συνταγματικές δεσμεύσεις, τις απορρέουσες, μεταξύ άλλων, από τον θεσμό της κοινωνικής ασφάλισης, τις αρχές της ισότητας και της αναλογικότητας και την προστασία της αξίας του ανθρώπου. Ειδικότερα, στο πλαίσιο της μελέτης αυτής, όφειλε, καταρχάς, ο νομοθέτης να προβεί σε συνολική εκτίμηση των παραγόντων που προκάλεσαν το πρόβλημα το οποίο επικαλείται ως προς τη βιωσιμότητα των ασφαλιστικών οργανισμών (και, μάλιστα, ενός εκάστου εξ αυτών, ενόψει της διοικητικής και οικονομικής του αυτοτέλειας), και, ενόψει των παραγόντων αυτών – όπως είναι η μείωση της αξίας, μέσω του PSI (ν. 4050/2012), των διαθεσίμων κεφαλαίων των εν λόγω οργανισμών, κυρίως δε, η παρατεινόμενη ύφεση και η συνακόλουθη αύξηση της ανεργίας, στις οποίες ουσιωδώς συμβάλλει η πτώση του βιοτικού επιπέδου μεγάλων κατηγοριών του πληθυσμού συνεπεία μέτρων αντίστοιχων με τα επίδικα (μειώσεις συντάξεων και μισθών) ή φορολογικών επιβαρύνσεων – να κρίνει για την προσφορότητα των επίδικων αυτών μέτρων. Τούτο δε ενόψει και της διαπίστωσης του ότι τα αντίστοιχα μέτρα που είχε λάβει μέχρι τότε (μειώσεις συντάξεων και μισθών) δεν είχαν αποδώσει τα αναμενόμενα και ότι η οικονομική ύφεση είχε ενταθεί με ρυθμούς που είχαν ανατρέψει τις αρχικές προβλέψεις. Ακόμη δε κι αν τα επίδικα μέτρα κρίνονταν πρόσφορα, κατά τα ανωτέρω, ο νομοθέτης έπρεπε περαιτέρω να μελετήσει και να αποφανθεί αιτιολογημένα για την αναγκαιότητά τους, εξετάζοντας την ύπαρξη τυχόν εναλλακτικών επιλογών και συγκρίνοντας τα οφέλη και τα μειονεκτήματα της καθεμιάς για τους επιδιωκόμενους δημόσιους σκοπούς (δημοσιονομική προσαρμογή, βιωσιμότητα των ασφαλιστικών οργανισμών, διασφάλιση ικανοποιητικού, κατά το άρθρο 22 παρ. 5 του Συντάγματος, επιπέδου ζωής των ασφαλισμένων). Τέλος, εφόσον, πάντως, κατόπιν των ανωτέρω, ο νομοθέτης επέλεγε, όπως εν προκειμένω, να προβεί σε συγκεκριμένες περικοπές συντάξεων (επιλογή, καταρχήν, δικαστικώς ανέλεγκτη), όφειλε προηγουμένως να εξετάσει με τρόπο επιστημονικό και δικαστικά ελέγξιμο, αν οι επιπτώσεις των περικοπών τούτων στο βιοτικό επίπεδο των θιγομένων, αθροιζόμενες με τις επιπτώσεις από τα ήδη ληφθέντα γενικά μέτρα αντιμετώπισης της κρίσης (όπως οι αλλεπάλληλες, κατά τα εκτεθέντα, φορολογικές επιβαρύνσεις) και συνδυαζόμενες με τις ευρύτερες κοινωνικοοικονομικές συνθήκες της διανυόμενης έκτακτης περιόδου (κόστος αγαθών και υπηρεσιών, περικοπές παροχών υγείας, ανεργία και επίδρασή της στο οικογενειακό εισόδημα, έκταση και περιεχόμενο δανειοληπτικών υποχρεώσεων), οδηγούν σε ανεπίτρεπτη μείωση του επιπέδου ζωής των συνταξιούχων κάτω του ορίου εκείνου που συνιστά, κατά τα προεκτεθέντα, τον πυρήνα του κοινωνικοασφαλιστικού τους δικαιώματος. Από κανένα όμως στοιχείο δεν προκύπτει ότι ως προς τα ανωτέρω ζητήματα έλαβε χώρα εν προκειμένω τέτοια μελέτη. Πέραν δε τούτου, δεν προκύπτει ούτε ότι ελήφθησαν υπόψη οι κρίσιμες ως άνω συνταγματικές παράμετροι. Διότι, όπως συνάγεται από τις οικείες προπαρασκευαστικές εργασίες, μόνο κριτήριο για τη θέσπιση των σχετικών μέτρων απετέλεσε η συμβολή τους στη μείωση των δημοσίων δαπανών και τη «δημοσιονομική προσαρμογή». Ακόμη δε και η αναφορά στην «δυσμενή οικονομική κατάσταση» των ασφαλιστικών οργανισμών, ως βασικής αιτίας του προβλήματος, γίνεται αορίστως, είτε για όλους τους οργανισμούς συλλήβδην, είτε για κάποιους μη κατονομαζόμενους, χωρίς να εκτιμάται συγκεκριμένα η κατάσταση καθενός από αυτούς (ενόψει της οικονομικής αυτοτέλειάς τους και των επιβαλλόμενων, αναλόγως, διαφοροποιήσεων) και χωρίς να αναφέρεται αν και πώς συνέβαλε το κράτος, κατά τη συνταγματική του υποχρέωση, στη διασφάλιση της βιωσιμότητάς τους. Άλλωστε, αντιθέτως προς όσα εκτίθενται παραπάνω ως προς τις υποχρεώσεις του κράτους για την κοινωνική ασφάλιση, οι επίμαχες νομοθετικές ρυθμίσεις διέπονται από την, υπό το «νέο ασφαλιστικό σύστημα», συνταγματικώς μη ανεκτή αντίληψη ότι το κράτος ρυθμίζει απλώς και οργανώνει την κοινωνική ασφάλιση χωρίς και να υποχρεούται να συμμετέχει στη χρηματοδότηση των οργανισμών κοινωνικής ασφάλισης ή ότι η υποχρέωση αυτή μπορεί να αναπληρώνεται με παροχές προνοιακού χαρακτήρα, καθώς και ότι η διασφάλιση της βιωσιμότητας των εν λόγω οργανισμών απόκειται στους ίδιους τους ασφαλισμένους, συναρτώμενη, προεχόντως ή και αποκλειστικώς, με τη μαθηματική σχέση μεταξύ καταβαλλόμενων εισφορών και χορηγούμενων παροχών. Κατόπιν τούτων, οι ανωτέρω διατάξεις των νόμων 4051/2012 και 4093/2012 αντίκεινται στις προπαρατεθείσες συνταγματικές διατάξεις και είναι, ως εκ τούτου, ανίσχυρες και μη εφαρμοστέες. Επιπλέον, υπό τα ανωτέρω δεδομένα, με τις ως άνω διατάξεις και την επέμβαση που επέρχεται μέσω αυτών στα δικαιώματα των ενδιαφερομένων, κλονίζεται η δίκαιη ισορροπία μεταξύ του γενικού συμφέροντος που τις υπαγόρευσε και των περιουσιακών δικαιωμάτων των θιγόμενων συνταξιούχων και ως εκ τούτου, με τις εν λόγω διατάξεις παραβιάζεται και το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α. (ΣτΕ 2287/2015 Ολομ.).
6. Επειδή, καθ’ εαυτή η διαγνωσθείσα αντισυνταγματικότητα των διατάξεων των ν. 4051/2012 και 4093/2012 ΙΑ5 παρ. 1 και ΙΑ6 παρ. 3 θα συνεπαγόταν υποχρέωση της Διοίκησης να συμμορφωθεί με αναδρομική καταβολή των συνταξιοδοτικών παροχών που περικόπησαν, βάσει των αντισυνταγματικών αυτών διατάξεων, σε ιδιαιτέρως ευρύ κύκλο προσώπων που αφορούσε η γενόμενη, ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας, συναφής πρότυπη δίκη. Ενόψει των δεδομένων τούτων, το Ανώτατο Δικαστήριο (Συμβούλιο της Επικρατείας), μετά τη στάθμιση του δημοσίου συμφέροντος, αναφερόμενο στην οξυμένη δημοσιονομική κρίση και στην κοινώς γνωστή ταμειακή δυσχέρεια του ελληνικού Κράτους, όρισε, κατ’ αναλογική εφαρμογή του άρθρου 22 παρ. 1 του ν. 4274/2014 (Α΄ 147), ότι οι συνέπειες της αντισυνταγματικότητας των επίμαχων διατάξεων θα επέρχονταν μετά τη δημοσίευση της σχετικής απόφασής του (2287/2015) -για τους εντεύθεν εγείροντες αξιώσεις επέκεινα- η οποία έλαβε χώρα στις 10-6-2015. Εν συνεχεία, έκρινε πως «οίκοθεν νοείται» ότι για όλους όσους έχουν ασκήσει ένδικα μέσα ή βοηθήματα μέχρι τον χρόνο δημοσίευσης της απόφασης, η διαγνωσθείσα αντισυνταγματικότητα θα έχει αναδρομικό χαρακτήρα (ΣτΕ 2287/2015 Ολομ. σκ. 26).
7. Επειδή, τέλος, στο άρθρο 105 του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα (ΕισΝΑΚ, π.δ. 456/1984, Α΄ 164) ορίζεται ότι: «Για παράνομες πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων του δημοσίου κατά την άσκηση της δημόσιας εξουσίας που τους έχει ανατεθεί, το δημόσιο ενέχεται σε αποζημίωση, εκτός αν η πράξη ή η παράλειψη έγινε κατά παράβαση διάταξης που υπάρχει για χάρη του γενικού συμφέροντος […]» και στο άρθρο 106 ότι: «Οι διατάξεις των δύο προηγούμενων άρθρων εφαρμόζονται και για την ευθύνη των δήμων, των κοινοτήτων ή των άλλων νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου από πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων που βρίσκονται στην υπηρεσία τους». Κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 105 του ΕισΝΑΚ, για τη στοιχειοθέτηση ευθύνης του Δημοσίου προς αποζημίωση λόγω πράξης ή παράλειψης των οργάνων του κατά την άσκηση της ανατεθειμένης σε αυτά δημόσιας εξουσίας, απαιτείται, μεταξύ άλλων, η πράξη ή παράλειψη να είναι παράνομη. Εκ του ότι δε ο νομοθέτης, είτε με νόμο είτε με διοικητική κανονιστική πράξη που εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση νόμου, καθορίζει γενικότερα τους όρους του αδίκου, παρέπεται ότι δεν μπορεί να προκύψει, έστω και εάν προκαλείται ζημία σε τρίτον, ευθύνη του Δημοσίου προς αποζημίωση, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 105 του ΕισΝΑΚ, από την εκ μέρους της πολιτείας νομοθέτηση με τα αρμόδια αυτής όργανα ή από την παράλειψη των οργάνων αυτών να νομοθετήσουν, εκτός εάν από την νομοθέτηση ή την παράλειψή της γεννάται αντίθεση προς κανόνες δικαίου υπέρτερης τυπικής ισχύος. Στην τελευταία αυτήν περίπτωση, όταν οι επιζήμιες συνέπειες δεν επέρχονται απευθείας από την επίμαχη διάταξη αλλά επέρχονται από την εφαρμογή του ως άνω κανόνα δικαίου, δηλαδή από την πράξη της Διοίκησης που τον εφαρμόζει στην ατομική περίπτωση, η ευθύνη έναντι του ζημιωθέντος προκύπτει όχι από τον κανόνα δικαίου αλλά από την τελευταία αυτήν πράξη (ΣτΕ4741/2014Ολομ.,479-481/2018Ολομ.). Η δε αποζημίωση προς αποκατάσταση της κατά τα ανωτέρω ζημίας περιλαμβάνει, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 298 του Αστικού Κώδικα, την πλήρη αποκατάσταση της θετικής και αποθετικής ζημίας του ζημιωθέντος. Συνεπώς, στην εν λόγω αποζημίωση περιλαμβάνεται τόσο η αποκατάσταση της ζημίας την οποία υπέστη η υπάρχουσα πριν την παράνομη πράξη ή παράλειψη των δημοσίων οργάνων περιουσία του ζημιωθέντος, όσο και η αποκατάσταση της ζημίας την οποία υπέστη αυτός με τη στέρηση, εξαιτίας της παράνομης πράξης ή παράλειψης, παροχών τις οποίες μετά πιθανότητας, κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις, θα αποκόμιζε εάν δεν είχε μεσολαβήσει η παράνομη αυτή πράξη ή παράλειψη (ΣτΕ528/2014,1283,1284/2016,1369/20187/μελές κ.ά.).
8. Επειδή, στην προκειμένη περίπτωση, από τα στοιχεία της δικογραφίας προκύπτουν τα εξής: Οι ενάγοντες είναι όλοι συνταξιούχοι λόγω γήρατος του εναγομένου. Κατ’ εφαρμογή των διατάξεων του ν. 4093/2012, έγιναν περικοπές στις κύριες συντάξεις που έλαβαν οι ενάγοντες από το εναγόμενο, οι οποίες, όπως οι ίδιοι ισχυρίζονται και προκύπτει από τα προσκομισθέντα ενημερωτικά σημειώματα συντάξεων, ανέρχονταν ειδικότερα στα εξής ποσά : 1) 64,27 μηνιαίως για τον 1ο ενάγοντα, 2) 95,38 ευρώ μηνιαίως για τον 2ο ενάγοντα, 3) 95,02 ευρώ μηνιαίως για τον 3ο ενάγοντα, 4) 143,98 ευρώ μηνιαίως για τον 4ο ενάγοντα, 5) 145,42 ευρώ μηνιαίως για τον 5ο ενάγοντα, 6) για τον 6ο δεν προκύπτουν μηνιαίες κρατήσεις των ως άνω νόμων από τα προσκομισθέντα στοιχεία, όμως, αυτός ισχυρίζεται ότι του παρακρατήθηκε μόνο για δώρα ποσό 800,00 ευρώ, βάσει των διατάξεων του ν. 4093/2012, 7) 145,41 ευρώ μηνιαίως για τον 7ο ενάγοντα, 8) για τον 8ο ενάγοντα δεν προκύπτουν μηνιαίες κρατήσεις των ως άνω νόμων από τα προσκομισθέντα στοιχεία, όμως, αυτός ισχυρίζεται ότι του παρακρατήθηκε μόνο για δώρα ποσό 800,00 ευρώ, βάσει των διατάξεων του ν. 4093/2012, 9) 143,38 ευρώ μηνιαίως για τον 9οενάγοντα, 10) 167,71 ευρώ μηνιαίως για τον 10ο ενάγοντα, 11) 150,42 ευρώ μηνιαίως για τον 11οενάγοντα , 12) 65,30 ευρώ μηνιαίως για τον 12ο ενάγοντα, 13) 192,76 ευρώ μηνιαίως για τον 13οενάγοντα, 14) 59,47 ευρώ μηνιαίως για τον 14ο αποβιώσαντα ενάγοντα, 15) 60,84 ευρώ μηνιαίως για τον 15ο ενάγοντα, 16) 162,91 ευρώ μηνιαίως για τον 16ο ενάγοντα, 17) 159,47 ευρώ μηνιαίως για τον 17οενάγοντα, 18) 63,19 ευρώ μηνιαίως για τον 18ο ενάγοντα, 19) 155,74 ευρώ μηνιαίως για τον 19οενάγοντα, 20) 61,86 ευρώ μηνιαίως για τον 20ο ενάγοντα, 21) 53,39 ευρώ μηνιαίως για τον 21ο ενάγοντα, 22) 56,00 ευρώ μηνιαίως για την 22η ενάγουσα, 23) 67,64 ευρώ μηνιαίως για τον 23ο ενάγοντα, 24) 143,05 ευρώ μηνιαίως για τον 24ο ενάγοντα, 25) 150,30 ευρώ μηνιαίως για τον 25ο ενάγοντα, 26) 51,41 ευρώ μηνιαίως για τον 26ο ενάγοντα, 27) 63,06 ευρώ μηνιαίως για τον 27ο ενάγοντα, 28) 57,55 ευρώ μηνιαίως για την 28η ενάγουσα, 29) 100,32 ευρώ μηνιαίως για τον 29ο ενάγοντα, 30) 153,05 ευρώ μηνιαίως από τον 6/2015 έως και τον 9/2015 και 165,36 ευρώ μηνιαίως από τον 10/2015 έως και τον 6/2016 για τον 30ο ενάγοντα, 31) 160,88 ευρώ μηνιαίως για τον 31ο ενάγοντα, 32) 142,26 ευρώ μηνιαίως για τον 32ο ενάγοντα, 33) 174,76 ευρώ μηνιαίως για τον 33ο ενάγοντα, 34) 140,02 ευρώ μηνιαίως για την 34η ενάγουσα, 35) 60,02 ευρώ μηνιαίως για τον 35ο ενάγοντα, 36) 111,33 ευρώ μηνιαίως για τον 36οενάγοντα, 37) 112,58 ευρώ μηνιαίως για τον 37ο ενάγοντα, 38) 151,36 ευρώ μηνιαίως για τον 38οενάγοντα, 39) 128,20 ευρώ μηνιαίως για τον 39ο ενάγοντα, 40) 53,77 ευρώ μηνιαίως για την 40ηενάγουσα, 41) 128,20 ευρώ μηνιαίως για τον 41ο ενάγοντα, 42) 106,18 ευρώ μηνιαίως για τον 42οενάγοντα, 43) 146,30 ευρώ μηνιαίως από τον 7/2015 έως και τον 8/2015, 137,17 ευρώ από τον 9/2015 έως και τον 3/2016, 144,17 ευρώ για τον Απρίλιο του 2016 και 141,73 ευρώ από τον 5/2016 έως και τον 6/2016, 44) 158,72 ευρώ μηνιαίως για τον 44ο ενάγοντα, 45) 166,51 ευρώ μηνιαίως για τον 45ο ενάγοντα, 46) 164,15 ευρώ μηνιαίως για τον 46ο ενάγοντα, 47) 155,62 ευρώ μηνιαίως για τον 47ο ενάγοντα, 48) 67,64 ευρώ μηνιαίως για τον 48ο ενάγοντα, 49) 63,62 ευρώ μηνιαίως για τον 49ο ενάγοντα και 50) 147,53 ευρώ μηνιαίως για τον 50ο ενάγοντα. Ήδη, με την κρινόμενη αγωγή τους και το επ’ αυτής υπόμνημα, οι ενάγοντες υποστηρίζουν ότι οι ως άνω περικοπές, καθώς επίσης και οι περικοπές των δώρων Χριστουγέννων, Πάσχα και επιδόματος αδείας που διενεργήθηκαν στις συντάξεις τους κατά το επίμαχο χρονικό διάστημα αντίκεινται στα άρθρα 2 παρ. 1, 4παρ. 1 και 5, 25 παρ. 1 και 4, 26 και 73 παρ. 2 του Συντάγματος, καθώς επίσης και στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ και ζητούν να υποχρεωθεί το εναγόμενο να καταβάλει, εντόκως, σε καθέναν τα ειδικώς αναφερόμενα στην κρινόμενη αγωγή ποσά, ως αποζημίωση, προς αποκατάσταση της ισόποσης οικονομικής ζημίας που υπέστησαν αυτοί, λόγω των ως άνω περικοπών και μειώσεων.
9. Επειδή, με τα δεδομένα αυτά, λαμβάνοντας υπόψη ότι, σύμφωνα με όσα έγιναν ερμηνευτικώς δεκτά στη μείζονα πρόταση της παρούσας, οι προαναφερόμενες διατάξεις του άρθρου πρώτου παρ. ΙΑ υποπαρ. ΙΑ.5 περ. 1 του ν. 4093/2012 είναι αντίθετες στο Σύνταγμα και στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α, το Δικαστήριο κρίνει ότι μη νομίμως περιορίσθηκαν κατ’ εφαρμογή των διατάξεων αυτών τα ποσά της μηνιαίας σύνταξης των εναγόντων, κατά το χρονικό διάστημα 1-7-2015, ήτοι μετά τη δημοσίευση της ως άνω 2287/2015 απόφασης του Συμβουλίου της Επικρατείας, έως και 30-6-2016, κατά τα βασίμως προβαλλόμενα με την κρινόμενη αγωγή. Όσον αφορά, όμως, στο αίτημα των εναγόντων να υποχρεωθεί το εναγόμενο να τους καταβάλει τα αναλογούντα δώρα Χριστουγέννων, Πάσχα και το επίδομα αδείας, αυτό πρέπει να ως αναπόδεικτο, δεδομένου ότι από κανένα στοιχείο δεν προκύπτει το συνολικό ποσό των συντάξεων (κύριων και επικουρικών) που ελάμβαναν οι ανωτέρω ενάγοντες μέχρι τον Δεκέμβριο του 2011, ώστε να δύναται να συναχθεί συμπέρασμα εάν τα ως άνω δώρα και επιδόματα περικόπηκαν με τις κριθείσες ως συνταγματικές διατάξεις του ν. 3845/2010 ή με τις διατάξεις του ν. 4093/2012. Για τον ίδιο λόγο πρέπει να απορριφθεί η αγωγή κατά το μέρος που ασκείται από τους 6ο και 8ο των εναγόντων, αφού, οι αξιώσεις αυτών αναφέρονται μόνο στα δώρα Χριστουγέννων, Πάσχα και στο επίδομα αδείας.
Επομένως, κατόπιν των ανωτέρω, το Δικαστήριο κρίνει ότι πρέπει να υποχρεωθεί το εναγόμενο να καταβάλει, ως αποζημίωση στους ενάγοντες, νομιμοτόκως, από την επίδοση της αγωγής τους στο εναγόμενο (στις 27-12-2016, σύμφωνα με την …… έκθεση επίδοσης), τα ακόλουθα ποσά, τα οποία αντιστοιχούν στις ως άνω περικοπές της σύνταξής τους, βάσει του ν. 4093/2012, κατά το χρονικό διάστημα από τον 7/2015 έως και τον 6/2016, ως εξής: 1) 771,24 ευρώ (64,27 Χ 12 μήνες) στον 1οενάγοντα, 2) 1.144,56 ευρώ (95,38 Χ 12 μήνες) στον 2ο ενάγοντα, 3) 1.140,24 ευρώ (95,02 Χ 12 μήνες) στον 3ο ενάγοντα, 4) 1.727,76 ευρώ (143,98 Χ 12) στον 4ο ενάγοντα, 5) 1.745,04 ευρώ (145,42 Χ 12) στον 5ο ενάγοντα, 6) 1.744,92 ευρώ (145,41 Χ12) στον 7ο ενάγοντα, 7) 1.720,56 ευρώ (143,38 Χ 12) στον 9οενάγοντα, 8) 2.012,52 ευρώ (167,71 Χ 12) στον 10ο ενάγοντα, 9) 1.805,04 ευρώ (150,42 Χ 12) στον 11οενάγοντα , 10) 783,60 ευρώ (65,30 Χ 12) στον 12ο ενάγοντα, 11) 2.313,12 ευρώ (192,76 Χ 12) στον 13οενάγοντα, 12) 713,64 ευρώ (59,47 Χ 12) στους προαναφερόμενους κληρονόμους του 14ου αποβιώσαντος ενάγοντος, 13) 730,08 ευρώ (60,84 Χ 12) στον 15ο ενάγοντα, 14) 1.954,92 ευρώ (162,91 Χ 12) στον 16οενάγοντα, 15) 1.913,64 ευρώ (159,47 Χ 12) στον 17ο ενάγοντα, 16) 758,28 ευρώ (63,19 Χ 12) στον 18οενάγοντα, 17) 1.868,88 ευρώ (155,74 Χ12) στον 19ο ενάγοντα, 18) 742,32 ευρώ (61,86 Χ 12) στον 20οενάγοντα, 19) 640,68 ευρώ (53,39 Χ 12) στον 21ο ενάγοντα, 20) 672,00 ευρώ (56,00 Χ 12) στην 22ηενάγουσα, 21) 811,68 ευρώ (67,64 Χ 12) στον 23ο ενάγοντα, 22) 1.716,60 ευρώ (143,05 Χ 12) στον 24οενάγοντα, 23) 1.803,60 ευρώ (150,30 Χ 12) στον 25ο ενάγοντα, 24) 616,92 ευρώ (51,41 Χ 12) στον 26οενάγοντα, 25) 756,72 ευρώ (63,06 Χ 12) στον 27ο ενάγοντα, 26) 690,60 ευρώ (57,55 Χ 12) στην 28ηενάγουσα, 27) 1.203,84 ευρώ (100,32 Χ 12) στον 29ο ενάγοντα, 28) 1.947,39 ευρώ στον 30ο ενάγοντα (153,05 Χ 3 μήνες = 459,15 ευρώ και 165,36 Χ 9 μήνες = 1.488,24), 29) 1.930,56 ευρώ (160,88 Χ 12) στον 31ο ενάγοντα, 30) 1.707,12 ευρώ (142,26 Χ 12) στον 32ο ενάγοντα, 31) 2.097,12 ευρώ (174,76 Χ 12) στον 33ο ενάγοντα, 32) 1.680,24 ευρώ (140,02 Χ 12) στην 34η ενάγουσα, 33) 720,24 ευρώ (60,02 Χ 12) στον 35οενάγοντα, 34) 1.335,96 ευρώ (111,33 Χ 12) στον 36ο ενάγοντα, 35) 1.350,96 ευρώ (112,58 Χ 12) στον 37οενάγοντα, 36) 1.816,32 ευρώ (151,36 Χ12) στον 38ο ενάγοντα, 37) 1.538,40 ευρώ (128,20 Χ 12) ευρώ μηνιαίως για τον 39ο ενάγοντα, 38) 645,24 ευρώ (53,77 Χ12) στην 40η ενάγουσα, 39) 1.538,40 ευρώ (128,20 Χ 12) στον 41ο ενάγοντα, 40) 1.274,16 ευρώ (106,18 Χ 12) στον 42ο ενάγοντα, 41)1.680,43 ευρώ (146,30 Χ 2 μήνες =292,60 συν 137,17 Χ 7 μήνες = 960,19 συν 144,17 συν 141,73 Χ 2 μήνες= 283,47) στον 43ο ενάγοντα, 42) 1.904,64 ευρώ (158,72 Χ 12) στον 44ο ενάγοντα, 43) 1.998,12 ευρώ (166,51 Χ 12) στον 45ο ενάγοντα, 44) 1.969,80 ευρώ (164,15 Χ 12) στον 46ο ενάγοντα, 45) 1.867,44 ευρώ (155,62 Χ 12) στον 47ο ενάγοντα, 46) 811,66 ευρώ (67,64 Χ 12) στον 48ο ενάγοντα, 47) 763,44 ευρώ (63,62 Χ 12) στον 49οενάγοντα και 48) 1.770,36 ευρώ (147,53 Χ 12) στον 50ο ενάγοντα.
10. Επειδή, κατ’ ακολουθία των ανωτέρω, η κρινόμενη αγωγή πρέπει να απορριφθεί ως προς τους 6ο και 8ο των εναγόντων, να γίνει, όμως, αυτή εν μέρει δεκτή ως προς τους λοιπούς και να υποχρεωθεί το εναγόμενο να καταβάλει νομιμοτόκως, από την επίδοση της αγωγής (στις 27-12-2016) σ’ αυτό και μέχρι την ολοσχερή εξόφληση, τα ακόλουθα ποσά στους ενάγοντες: 1) 771,24 ευρώ στον 1ο ενάγοντα, 2) 1.144,56 ευρώ στον 2ο ενάγοντα, 3) 1.140,24 ευρώ στον 3ο ενάγοντα, 4) 1.727,76 ευρώ στον 4ο ενάγοντα, 5) 1.745,04 ευρώ στον 5ο ενάγοντα, 6) 1.744,92 ευρώ στον 7ο ενάγοντα, 7) 1.720,56 ευρώ στον 9οενάγοντα, 8) 2.012,52 ευρώ στον 10ο ενάγοντα, 9) 1.805,04 ευρώ στον 11ο ενάγοντα , 10) 783,60 ευρώ στον 12ο ενάγοντα, 11) 2.313,12 ευρώ στον 13ο ενάγοντα, 12) 713,64 ευρώ στους προαναφερόμενους κληρονόμους του 14ου αποβιώσαντος ενάγοντος, 13) 730,08 ευρώ στον 15ο ενάγοντα, 14) 1.954,92 ευρώ στον 16ο ενάγοντα, 15) 1.913,64 ευρώ στον 17ο ενάγοντα, 16) 758,28 ευρώ στον 18ο ενάγοντα, 17) 1.868,88 ευρώ στον 19ο ενάγοντα, 18) 742,32 ευρώ στον 20ο ενάγοντα, 19) 640,68 ευρώ στον 21οενάγοντα, 20) 672,00 ευρώ στην 22η ενάγουσα, 21) 811,68 ευρώ στον 23ο ενάγοντα, 22) 1.716,60 ευρώ στον 24ο ενάγοντα, 23) 1.803,60 ευρώ στον 25ο ενάγοντα, 24) 616,92 ευρώ στον 26ο ενάγοντα, 25) 756,72 ευρώ στον 27ο ενάγοντα, 26) 690,60 ευρώ στην 28η ενάγουσα, 27) 1.203,84 ευρώ στον 29ο ενάγοντα, 28) 1.947,39 ευρώ στον 30ο ενάγοντα , 29) 1.930,56 ευρώ στον 31ο ενάγοντα, 30) 1.707,12 ευρώ στον 32οενάγοντα, 31) 2.097,12 ευρώ στον 33ο ενάγοντα, 32) 1.680,24 ευρώ στην 34η ενάγουσα, 33) 720,24 ευρώ στον 35ο ενάγοντα, 34) 1.335,96 ευρώ στον 36ο ενάγοντα, 35) 1.350,96 ευρώ στον 37ο ενάγοντα, 36) 1.816,32 ευρώ στον 38ο ενάγοντα, 37) 1.538,40 ευρώ ευρώ μηνιαίως για τον 39ο ενάγοντα, 38) 645,24 ευρώ στην 40η ενάγουσα, 39) 1.538,40 ευρώ στον 41ο ενάγοντα, 40) 1.274,16 ευρώ στον 42ο ενάγοντα, 41)1.680,43 ευρώ στον 43ο ενάγοντα, 42) 1.904,64 ευρώ στον 44ο ενάγοντα, 43) 1.998,12 ευρώ στον 45οενάγοντα, 44) 1.969,80 ευρώ στον 46ο ενάγοντα, 45) 1.867,44 ευρώ στον 47ο ενάγοντα, 46) 811,66 ευρώ στον 48ο ενάγοντα, 47) 763,44 ευρώ στον 49ο ενάγοντα και 48) 1.770,36 ευρώ στον 50ο ενάγοντα. Τέλος, πρέπει να συμψηφιστούν τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων, λόγω μερικής νίκης και ήττας αυτών (άρθρο 275 παρ. 1 του ΚΔΔ).
ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ
Απορρίπτει την αγωγή ως προς τους 6ο και 8ο των εναγόντων.
Δέχεται εν μέρει την αγωγή ως προς τους λοιπούς ενάγοντες.
Υποχρεώνει το εναγόμενο να καταβάλει νομιμοτόκως, από την επίδοση της αγωγής (στις 27-12-2016) σ’ αυτό και μέχρι την ολοσχερή εξόφληση, τα ακόλουθα ποσά στους ενάγοντες: 1) 771,24 ευρώ στον 1οενάγοντα, 2) 1.144,56 ευρώ στον 2ο ενάγοντα, 3) 1.140,24 ευρώ στον 3ο ενάγοντα, 4) 1.727,76 ευρώ στον 4ο ενάγοντα, 5) 1.745,04 ευρώ στον 5ο ενάγοντα, 6) 1.744,92 ευρώ στον 7ο ενάγοντα, 7) 1.720,56 ευρώ στον 9ο ενάγοντα, 8) 2.012,52 ευρώ στον 10ο ενάγοντα, 9) 1.805,04 ευρώ στον 11ο ενάγοντα , 10) 783,60 ευρώ στον 12ο ενάγοντα, 11) 2.313,12 ευρώ στον 13ο ενάγοντα, 12) 713,64 ευρώ στους προαναφερόμενους κληρονόμους του 14ου αποβιώσαντος ενάγοντος, 13) 730,08 ευρώ στον 15οενάγοντα, 14) 1.954,92 ευρώ στον 16ο ενάγοντα, 15) 1.913,64 ευρώ στον 17ο ενάγοντα, 16) 758,28 ευρώ στον 18ο ενάγοντα, 17) 1.868,88 ευρώ στον 19ο ενάγοντα, 18) 742,32 ευρώ στον 20ο ενάγοντα, 19) 640,68 ευρώ στον 21ο ενάγοντα, 20) 672,00 ευρώ στην 22η ενάγουσα, 21) 811,68 ευρώ στον 23ο ενάγοντα, 22) 1.716,60 ευρώ στον 24ο ενάγοντα, 23) 1.803,60 ευρώ στον 25ο ενάγοντα, 24) 616,92 ευρώ στον 26οενάγοντα, 25) 756,72 ευρώ στον 27ο ενάγοντα, 26) 690,60 ευρώ στην 28η ενάγουσα, 27) 1.203,84 ευρώ στον 29ο ενάγοντα, 28) 1.947,39 ευρώ στον 30ο ενάγοντα , 29) 1.930,56 ευρώ στον 31ο ενάγοντα, 30) 1.707,12 ευρώ στον 32ο ενάγοντα, 31) 2.097,12 ευρώ στον 33ο ενάγοντα, 32) 1.680,24 ευρώ στην 34ηενάγουσα, 33) 720,24 ευρώ στον 35ο ενάγοντα, 34) 1.335,96 ευρώ στον 36ο ενάγοντα, 35) 1.350,96 ευρώ στον 37ο ενάγοντα, 36) 1.816,32 ευρώ στον 38ο ενάγοντα, 37) 1.538,40 ευρώ ευρώ μηνιαίως για τον 39οενάγοντα, 38) 645,24 ευρώ στην 40η ενάγουσα, 39) 1.538,40 ευρώ στον 41ο ενάγοντα, 40) 1.274,16 ευρώ στον 42ο ενάγοντα, 41)1.680,43 ευρώ στον 43ο ενάγοντα, 42) 1.904,64 ευρώ στον 44ο ενάγοντα, 43) 1.998,12 ευρώ στον 45ο ενάγοντα, 44) 1.969,80 ευρώ στον 46ο ενάγοντα, 45) 1.867,44 ευρώ στον 47οενάγοντα, 46) 811,66 ευρώ στον 48ο ενάγοντα, 47) 763,44 ευρώ στον 49ο ενάγοντα και 48) 1.770,36 ευρώ στον 50ο ενάγοντα.
Συμψηφίζει τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων, λόγω μερικής νίκης και ήττας αυτών.
Η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του Δικαστηρίου.
Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Από το Blogger.