Αναδρομικά μερίσματα πενταετίας με τόκο 6% σε πολιτικούς υπαλλήλους του Δημοσίου!!

Αντισυνταγματικοί οι νόμοι Κουτρουμάνη (ν.4051/2012) και Βρούτση (ν.4093/2012)για τις περικοπές των μερισμάτων!

Ιδού ολόκληρη η απόφαση του Διοικ.Πρωτ.Αθήνας (9314/2019)
Σημαντική απόφαση για την επιστροφή τής διαφοράς στα μερίσματα των πολιτικών υπαλλήλων του Δημοσίου εξέδωσε προχθές το Διοικητικό Πρωτοδικείο Αθήνας, και μάλιστα ΑΝΑΔΡΟΜΙΚΑ ΑΠΟ 1-1-2013!!

Με την υπ’αριθ. 9314/2019 απόφασή του, το Διοικητικό Πρωτοδικείο Αθήνας έκρινε αντισυνταγματικές τόσο τις μειώσεις που διενεργήθηκαν σύμφωνα με τον ν. 4051/2012 («νόμος Κουτρουμάνη») όσο και τις μειώσεις που διενεργήθηκαν βάσει του άρθρου πρώτου της παρ. ΙΑ υποπαρ. ΙΑ5 παρ. 1 του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012 («νόμος Βρούτση») και αφορούν το μέρισμα πολιτικών υπαλλήλων του Δημοσίου από το Μετοχικό Ταμείο Πολιτικών Υπαλλήλων (ΝΠΔΔ)!
Έτσι, δικαιώνονται πολιτικοί υπάλληλοι του Δημοσίου και διατάσσεται όχι μόνο η αναδρομική από πενταετίας επιστροφή τής διαφοράς στα μερίσματά τους που παρακρατήθηκε παρανόμως και αντισυνταγματικώς, αλλά μάλιστα με τόκο 6% από την επίδοση της αγωγής.
Χαρακτηριστικό είναι το διατακτικό της απόφασης, που μεταξύ άλλων αναφέρει ότι:
«-Αποφαίνεται ότι το μέρισμα των προσφευγουσών πρέπει να καταβάλλεται για το διάστημα αυτό  από 1.1.2013 και εφεξής, χωρίς την εφαρμογή της μείωσης που εχώρησε σε αυτό δυνάμει των διατάξεων της παρ. ΙΑ υποπαρ. ΙΑ5 παρ. 1 του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012.
-Αποφαίνεται ότι πρέπει να επιστραφούν στις προσφεύγουσες τα ποσά, κατά τα οποία απομειώθηκε το μέρισμά τους δυνάμει των ένδικων διατάξεων του ν. 4093/2012, κατά το μεν διάστημα από 1.1.2013 έως και 30.4.2015 με το νόμιμο τόκο από το χρόνο άσκησης της προσφυγής έως και την πλήρη εξόφληση, κατά δε το μεταγενέστερο διάστημα άσκησης της προσφυγής, ήτοι από τον 5ο/2015 και εφεξής, αυτοτελώς όπως παρακρατήθηκαν.».
Ιδού ολόκληρη η υπ’αριθ. 9314/2019 απόφαση
του Διοικ.Πρωτ.Αθήνας!
Απόφαση 9314/2019
ΤΟ
 ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
Τμήμα 13 Τριμελές
σ υ ν ε δ ρ ί α σ ε δημόσια στο ακροατήριο του στις 9 Ιανουαρίου 2019, με δικαστές τις: Νικολίτσα Αναγνωστοπούλου, Πρόεδρο Πρωτοδικών Δ.Δ., Βανέσσα – Παναγιώτα Ντέγκα, Ιωάννα Μπασιούκα (Εισηγήτρια), Πρωτοδίκες Δ.Δ. και γραμματέα …….
γ ι α να δικάσει την «προσφυγή – αγωγή» με ημερομηνία κατάθεσης …………
τ ω ν  1) Ι.Π. και 2) Α.Κ., οι οποίες παραστάθηκαν με δήλωση,
κ α τ ά: 1) της αποκεντρωμένης δημόσιας υπηρεσίας με την επωνυμία «Μετοχικό Ταμείο Πολιτικών Υπαλλήλων» (ΜΤΠΥ), που εκπροσωπείται από τον Πρόεδρο του Διοικητικού του Συμβουλίου και παραστάθηκε με δήλωση, κατ’ άρθρο 133 παρ. 2 του ΚΔΔ, του πληρεξουσίου δικηγόρου, και 2) του Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται από τον Υπουργό Οικονομικών και παραστάθηκε ………….
Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το Δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη.
Αφού μελέτησε  τα σχετικά έγγραφα
Σκέφθηκε κατά το νόμο
1. Επειδή, με το κρινόμενο δικόγραφο που τιτλοφορείται «προσφυγή-αγωγή», αλλά, κατ’ εκτίμηση του περιεχομένου του, και ιδίως του ότι με αυτό δεν ζητείται η καταψήφιση (ή αναγνώριση) ορισμένου ποσού, συνιστά προσφυγή (πρβλ. ΣτΕ 1796/2017, 1030/2015, 3234/2013, 2019/2007 7μ, 1616/2007, 1049/2006 7μ, 1948/1992 7μ), για την άσκηση της οποίας καταβλήθηκε το νόμιμο παράβολο (σχ.  ……………). οι προσφεύγουσες ζητούν, καθ΄ ερμηνεία του δικογράφου, κατ΄ αρχάς, να ακυρωθούν οι  αποφάσεις του Διοικητικού Συμβουλίου (ΔΣ) του καθ΄ ού ΜΤΠΥ, που λήφθησαν κατά την 8η Συνεδρίαση αυτού της ….., και συγκεκριμένα το θέμα 2.4 σχετικά με την 1η εξ αυτών εξ αυτών και το θέμα 2.5 σχετικά με τη 2η εξ αυτών – και όχι οι 22357 και 22133 αποφάσεις της 8ης Συνεδρίασης αυτού της 24.2.2015 όπως, εκ προφανούς παραδρομής, αναγράφουν στο δικόγραφό τους και αφορούν τα έγγραφα κοινοποίησης των εν λόγω αποφάσεων – με τις οποίες απορρίφθηκαν αιτήσεις αναθεώρησης που είχαν ασκήσει αυτές κατά των ….. αποφάσεων του ΔΣ του καθ’ ού περί απονομής μερίσματος σε αυτές αντίστοιχα, κατά το μέρος που το κανονισθέν με αυτές μέρισμα τους καταβλήθηκε μειωμένο δυνάμει των διατάξεων των 4024/2011 και 4093/2012, με σκοπό να τους καταβάλλεται εφεξής χωρίς τις ανωτέρω μειώσεις. Περαιτέρω, με το ίδιο ένδικο βοήθημα, που έχει, ως εκ του περιεχομένου του, το χαρακτήρα αμιγούς προσφυγής ουσίας και ως προς το αίτημα της έντοκης επιδίκασης ασφαλιστικών παροχών του παρελθόντος (πρβλ. ΣτΕ 1796/2017, 1030/2015, 2019/2007 7μ. σκ.8, 1616/2007 σκ.10, 1049/2006 7μ. σκ.4, 3972/2006) και, συνεπώς, δεν νοείται μετατροπή του σχετικού αιτήματος από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό, κατ΄ άρθρο 75 παρ. 3 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας (ΚΔΔ, που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 2717/1999, Α΄97), και, άρα, η σχετική δήλωση μετατροπής στην προέβησαν με το υπόμνημά τους, δεν επιφέρει έννομες συνέπειες, οι προσφεύγουσες ζητούν να επιστραφούν σ’ αυτές τα ποσά κατά τα οποία απομειώθηκε το μέρισμά τους βάσει των ν. 4024/2011 και 4093/2012 και, όσον αφορά το ειδικότερο χρονικό διάστημα από 22.3.2012 έως 30.4.2015 για την 1η και από 25.1.2012 έως 30.4.2015 για τη 2η , με το νόμιμο τόκο, από τότε που κάθε ποσό από αυτά κατέστη απαιτητό και έως την πλήρη εξόφληση.
2. Επειδή, με τη διάταξη του άρθρου 12 παρ. 5 του ν. 2443/1996 (Α΄ 265), με την οποία αντικαταστάθηκε από τότε που ίσχυσε η παρ. 1 του άρθρου 19 του ν. 2386/1996 (Α΄ 43), το 1ο  των καθ’ ων η κρινόμενη προσφυγή ΜΤΠΥ, το οποίο αποτελούσε νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου (άρθρο 1 του π.δ. 422/1981 Α΄ 114), μετατράπηκε σε αποκεντρωμένη δημόσια υπηρεσία του Υπουργείου Οικονομίας και Οικονομικών. Ακολούθως, με το άρθρο 3 του ν. 4024/2011 (Α΄ 226) το ΜΤΠΥ υπήχθη στην αρμοδιότητα του Υπουργείου Εργασίας, ενώ, με το άρθρο 138 Κεφάλαιο Γ΄ παρ. 3 περιπτ. α΄ και β΄ του ν. 4052/2012 (Α΄ 41), υπήχθη, από την έναρξη της ισχύος του ν. 4024/2011, στην αρμοδιότητα του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης υπό την εποπτεία της Γενικής Γραμματείας Κοινωνικών Ασφαλίσεων και ήδη [άρθρο 27 παρ. 1 και 3 του ν. 4320/2015 (Α΄ 29)] στην αρμοδιότητα του Υπουργείου Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, στο οποίο μεταφέρθηκε, σύμφωνα με την ως άνω διάταξη, και η Γενική Γραμματεία Κοινωνικών Ασφαλίσεων. Παρά δε τη μετατροπή του σε αποκεντρωμένη δημόσια υπηρεσία, το καθ’ ού ΜΤΠΥ εξακολουθεί να απολαύει διοικητικής αυτοτέλειας και, επομένως, έχει την ικανότητα να είναι διάδικος και να διεξάγει τις δίκες που το αφορούν (βλ. ΣτΕ 710/2017 Ολ., 1296/2015, 3476/2014, 3487/2008 Ολ, 1645/2008 Ολ). Κατά συνέπεια, η κρινόμενη προσφυγή νομίμως στρέφεται κατά του ως άνω Ταμείου, νομίμως δε αυτό παρέστη στην παρούσα δίκη ως καθ’ ού η υπό κρίση προσφυγή (πρβλ. ΣτΕ 1367/2018, 186/2018, 710/2017 Ολομ., 3998/2013, 4637, 2087/2012). Αντιθέτως, με το ως άνω περιεχόμενο η προσφυγή κατά το μέρος που στρέφεται κατά του 2ου των καθ΄ών, Ελληνικού Δημοσίου, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη λόγω έλλειψης παθητικής νομιμοποίησης αυτού, κατ΄ άρθρο 65 παρ. 1 του ΚΔΔ, εφόσον δεν εξέδωσε όργανο αυτού την προσβαλλόμενη πράξη, γενομένου δεκτού ως βασίμου του σχετικού ισχυρισμού που προβάλλει αυτό με το από 10.1.2019 νομοτύπως κατατεθέν υπόμνημά του.
3. Επειδή, κατόπιν τούτων καθώς και του ότι οι προσφεύγουσες νομίμως, κατ΄ άρθρο 124 παρ. 1, 115 παρ. 1 και 122 παρ. 2 περ. α΄ και 123 του ΚΔΔ, ομοδικούν καθόσον στρέφονται μεν κατά διοικητικών πράξεων που αφορούν σε καθεμία από αυτές χωριστά, προβάλλουν, όμως, λόγους που στηρίζονται στην ίδια νομική και στην ίδια κατά τα ουσιώδη στοιχεία πραγματική βάση, για τον ίδιο δε λόγο είναι συναφείς και οι προσβαλλόμενες πράξεις (βλ. ΣτΕ 143/2002, 3096/2000),   η κρινόμενη  προσφυγή ασκείται και κατά τα λοιπά παραδεκτώς κατά του ΜΤΠΥ, και, ως εκ τούτου, πρέπει να εξεταστεί, περαιτέρω, κατά τη νομική και ουσιαστική βασιμότητα της.
4. Επειδή, στο άρθρο 2 του πδ 422/1981 (Α΄ 114) «περί Κωδικοποιήσεως των περί Μετοχικού Ταμείου Πολιτικών Υπαλλήλων διατάξεων» (Α’ 114) ορίζεται ότι: «Το Μ.Τ.Π.Υ. έχει προορισμό την, κατ’ αναλογίαν του ποσού των καταθέσεων εκάστου, παροχήν μερίσματος εις τους μετόχους του Ταμείου και τας οικογενείας αυτών κατά τους όρους του παρόντος», στο δε άρθρο 49 ορίστηκε ο τρόπος υπολογισμού του μερίσματος (τρία χιλιοστά (3‰) των μηνιαίων τακτικών αποδοχών του βαθμού τον οποίο έφερε ο μέτοχος και με τον οποίο εμισθοδοτείτο κατά την έξοδό του από την υπηρεσία, επί τα έτη συμμετοχής). Ακολούθως, με την 7953/37/17.2.1988 απόφαση του Υπουργού Οικονομικών (Β’ 111), η οποία κυρώθηκε με το άρθρο 16 του ν. 1810/1988 (Α’ 223), μεταβλήθηκε από 1.1.1988 ο τρόπος υπολογισμού του μερίσματος των μετόχων του Μ.Τ.Π.Υ. (ισούται με το 1/14 της ετήσιας απόδοσης του κεφαλαίου των εισφορών κάθε μετόχου, προσδιοριστικό δε στοιχείο αυτής αποτελεί ο συντάξιμος μισθός). Στη συνέχεια, με το άρθρο 31 του ν. 2592/1998 (Α’ 57) αντικαταστάθηκε η παρ. 2 της παραπάνω υπουργικής απόφασης, εγκαταλείφθηκε η έννοια του συντάξιμου μισθού και εισήχθησαν, ως προσδιοριστικά στοιχεία της ετήσιας απόδοσης του κεφαλαίου, ο βασικός μισθός και το χρονοεπίδομα του μετόχου, ενώ ακολούθως με το άρθρο 3 παρ. 1 του ν. 3336/2005 (Α’ 96) αντικαταστάθηκε το άρθρο 49 του π.δ/τος 422/1981 και με την παρ. 2 του ίδιου άρθρου ορίστηκε ότι η αναπροσαρμογή των μερισμάτων όσων έχουν εξέλθει της Υπηρεσίας μέχρι την προηγούμενη της δημοσίευσης του νόμου αυτού θα γίνει με πράξη του Διευθυντή της Διεύθυνσης Μετόχων Εσόδων Παροχών του ΜΤΠΥ με βάση την πράξη αναπροσαρμογής του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους και τα στοιχεία του προσωπικού μητρώου των μετόχων ή την πράξη κανονισμού της κύριας σύνταξης για τους εξελθόντες από 1.1.2004 και εφεξής. Τέλος, το άρθρο 49 του πδ 422/1981 αντικαταστάθηκε εκ νέου με το άρθρο 3 του ν. 4024/2011 (Α΄ 222/27.10.2011), που ίσχυε τον κρίσιμο, εν προκειμένω, χρόνο και  προβλέφθηκε νέος τρόπος υπολογισμού του μερίσματος. Προβλέφθηκε δε, κατά τις ειδικότερες διακρίσεις του άρθρου αυτού, ότι το μηνιαίο μέρισμα ισούται με το άθροισμα: α) του 20% του βασικού μισθού με το επίδομα χρόνου υπηρεσίας επί τα έτη συμμετοχής στην ασφάλιση του Ταμείου, δια 35, επί τον συντελεστή προσαρμογής (Σ) 0,8075 (α` υπομέρισμα) και  β) του 20% των «τυχόν άλλων αποδοχών» επί τα έτη συμμετοχής εκάστων στην ασφάλιση του Ταμείου, δια 35, επί το συντελεστή προσαρμογής (Σ) 0,8075 (β` υπομέρισμα).
5. Επειδή,  όπως έχει κριθεί με τις 2287-2290/2015 αποφάσεις της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας, η κρατική μέριμνα για την υποχρεωτική κοινωνική ασφάλιση (κύρια και επικουρική) δεν εξαντλείται στην ίδρυση από το κράτος των οικείων δημοσίων φορέων, στον ορισμό των διοικούντων αυτούς οργάνων, στην άσκηση εποπτείας της δραστηριότητάς τους και της διαχειρίσεως της περιουσίας τους και στη θέσπιση των σχετικών κανόνων, αλλά περιλαμβάνει και τη μέριμνα για την προστασία του ασφαλιστικού τους κεφαλαίου, δηλαδή για τη βιωσιμότητά τους χάριν και των επομένων γενεών, μέριμνα η οποία εκδηλώνεται, μεταξύ άλλων, με τη θέσπιση ρυθμίσεων για την προστασία και την αξιοποίηση της περιουσίας τους και την επωφελή διαχείριση των αποθεματικών τους, με τον καθορισμό εκάστοτε των οικείων συνταξιοδοτικών προϋποθέσεων, με την πρόβλεψη κοινωνικών πόρων, και, κυρίως, με την απευθείας συμμετοχή στην χρηματοδότηση των εν λόγω φορέων μέσω του κρατικού προϋπολογισμού. Και τούτο διότι, εφόσον καθιερώνει υποχρέωση των εργαζομένων και των εργοδοτών τους να καταβάλλουν ασφαλιστικές εισφορές, το κράτος, ως εγγυητής, οφείλει να διασφαλίζει την επάρκεια των παροχών και τη βιωσιμότητα των οικείων ασφαλιστικών οργανισμών (η οποία δεν συναρτάται, αποκλειστικώς ή προεχόντως, με το ύψος των εισφορών), φέρει δε την κύρια ευθύνη για την κάλυψη των ελλειμμάτων τους (βλ. γνωμοδότηση Ολομέλειας Ελεγκτικού Συνεδρίου 24.6.2010). Όταν, όμως, σε περιπτώσεις εξαιρετικά δυσμενών δημοσιονομικών συνθηκών, προκύπτει αιτιολογημένως ότι το κράτος αδυνατεί να παράσχει επαρκή χρηματοδότηση στους ασφαλιστικούς οργανισμούς και ότι δεν υφίσταται δυνατότητα διασφαλίσεως της βιωσιμότητας αυτών με άλλα μέσα (τροποποίηση συνταξιοδοτικών προϋποθέσεων, αποτελεσματικότερη διαχείριση αποθεματικών και περιουσίας, πρόβλεψη κοινωνικών πόρων, αύξηση ασφαλιστικών εισφορών), δεν αποκλείεται, κατά το άρθρο 22 παρ. 5 του Συντάγματος, στο πλαίσιο της υποχρεωτικής κοινωνικής ασφαλίσεως, η επέμβαση του νομοθέτη για τη μείωση και των απονεμηθεισών ακόμη συντάξεων, εφεξής. Σε τέτοιες, άλλωστε, εξαιρετικές περιπτώσεις, ο νομοθέτης μπορεί, κατ’ αρχήν, να θεσπίζει για την περιστολή των δημοσίων δαπανών (μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και οι δαπάνες χρηματοδοτήσεως των φορέων υποχρεωτικής κοινωνικής ασφαλίσεως), μέτρα που συνεπάγονται σοβαρή οικονομική επιβάρυνση μεγάλων κατηγοριών του πληθυσμού, όπως είναι η μείωση των συντάξεων όσων συνταξιοδοτούνται από το δημόσιο ή από χρηματοδοτούμενους από αυτό ασφαλιστικούς οργανισμούς, λόγω της άμεσης εφαρμογής και της αποτελεσματικότητας των μέτρων αυτών για τον περιορισμό του δημοσίου ελλείμματος. Και στις εξαιρετικές, όμως, αυτές περιπτώσεις, η δυνατότητα του νομοθέτη να περικόπτει τις ασφαλιστικές παροχές δεν είναι απεριόριστη, αλλά οριοθετείται κατά πρώτον από τις αρχές της κοινωνικής αλληλεγγύης (άρθρο 25 παρ. 4 του Συντάγματος) και της ισότητας στα δημόσια βάρη (άρθρο 4 παρ. 5 του Συντάγματος), οι οποίες επιτάσσουν να κατανέμεται εξίσου το βάρος της δημοσιονομικής προσαρμογής μεταξύ όλων των πολιτών, καθώς και από την αρχή της αναλογικότητας (άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος), σύμφωνα με την οποία το συγκεκριμένο μέτρο πρέπει να είναι πράγματι πρόσφορο και αναγκαίο για την αντιμετώπιση του προβλήματος (πρβλ. ΣτΕ 2192-2196/2014 Ολ.). Σε κάθε δε περίπτωση, η περικοπή των συντάξεων δεν μπορεί να παραβιάζει αυτό που αποτελεί τον συνταγματικό πυρήνα του κοινωνικοασφαλιστικού δικαιώματος, τη χορήγηση δηλαδή στον συνταξιούχο παροχών τέτοιων που να του επιτρέπουν να διαβιώνει με αξιοπρέπεια, εξασφαλίζοντας του όρους όχι μόνο της φυσικής του υποστάσεως (διατροφή, ένδυση, στέγαση, βασικά οικιακά αγαθά, θέρμανση, υγιεινή και ιατρική περίθαλψη όλων των βαθμίδων), αλλά και της συμμετοχής του στην κοινωνική ζωή με τρόπο που δεν αφίσταται, πάντως, ουσιωδώς από τις αντίστοιχες συνθήκες του εργασιακού του βίου (πρβλ. απόφαση του Ομοσπονδιακού Συνταγματικού Δικαστηρίου της Γερμανίας της 9.2.2010, -1 BvL 1/09-, -1 BvL 3/09-, -1 BvL 4/09-, ιδίως Rn. 135). Προκειμένου, εξάλλου, να ανταποκριθεί στις εν λόγω δεσμεύσεις του και να μην υπερβεί τα όρια που χαράσσει το Σύνταγμα, ο νομοθέτης, όταν λαμβάνει μέτρα συνιστάμενα, κατά τα ανωτέρω, σε περικοπή συνταξιοδοτικών παροχών, οφείλει, ενόψει και της γενικότερης υποχρέωσής του για «προγραμματισμό και συντονισμό της οικονομικής δραστηριότητας για την εδραίωση της κοινωνικής ειρήνης» (άρθρο 106 παρ. 1 του Συντάγματος), να έχει προβεί σε ειδική, εμπεριστατωμένη και επιστημονικά τεκμηριωμένη μελέτη, από την οποία να προκύπτει αφενός μεν ότι τα συγκεκριμένα μέτρα είναι πράγματι πρόσφορα αλλά και αναγκαία για την αποτελεσματική αντιμετώπιση του προβλήματος βιωσιμότητας των φορέων κοινωνικής ασφαλίσεως, ενόψει και των παραγόντων που το προκάλεσαν, έτσι ώστε η λήψη των μέτρων αυτών να είναι σύμφωνη με τις πιο πάνω συνταγματικές αρχές της αναλογικότητας και της ισότητας στα δημόσια βάρη, αφετέρου δε ότι οι επιπτώσεις από τα μέτρα αυτά στο βιοτικό επίπεδο των πληττομένων προσώπων, συνδυαζόμενες με άλλα τυχόν ληφθέντα μέτρα (φορολογικά κ.ά.), αλλά και με το σύνολο των κοινωνικοοικονομικών συνθηκών της δεδομένης συγκυρίας, δεν έχουν, αθροιστικά λαμβανόμενες, αποτέλεσμα τέτοιο που να οδηγεί σε ανεπίτρεπτη, κατά τα προεκτεθέντα, παραβίαση του πυρήνα του συνταγματικού δικαιώματος σε κοινωνική ασφάλιση. Με δεδομένο, άλλωστε, τον κατ’ εξοχήν πολύπλοκο και τεχνικό χαρακτήρα των σχετικών ζητημάτων, η έλλειψη τέτοιας μελέτης, και μάλιστα διατυπωμένης με τρόπο κατανοητό και ελέγξιμο από το δικαστή κατά τις βασικές της θέσεις, θα καθιστούσε κατ’ ουσίαν ανέφικτο το δικαστικό έλεγχο των οικείων νομοθετικών μέτρων από τις ανωτέρω συνταγματικές απόψεις. Έλεγχο, ο οποίος ναι μεν δεν εκτείνεται στην ορθότητα των πολιτικών εκτιμήσεων και επιλογών, οφείλει όμως, ως προς το αντικείμενό του, την τήρηση δηλαδή των συνταγματικών υποχρεώσεων του νομοθέτη, να ασκείται με ουσιαστικό και αποτελεσματικό τρόπο. Παρεκκλίσεις ως προς την αναγκαιότητα της υπάρξεως ή ως προς το περιεχόμενο της ανωτέρω μελέτης θα μπορούσαν να δικαιολογηθούν μόνο σε ακραίες περιπτώσεις, όταν συντρέχει άμεση απειλή κατάρρευσης της οικονομίας της Χώρας και τα συγκεκριμένα μέτρα λαμβάνονται κατεπειγόντως για την αποτροπή του κινδύνου. Σε τέτοιες περιπτώσεις θα μπορούσε, από τη φύση του πράγματος, να είναι σε πρώτη φάση αρκετή η αιτιολογημένη εκτίμηση του νομοθέτη για την ύπαρξη, τη σοβαρότητα και τον άμεσο χαρακτήρα της απειλής, καθώς και για την ανάγκη, ενόψει των περιστάσεων, να ληφθούν τα συγκεκριμένα μέτρα για την άμεση αντιμετώπιση της κατάστασης. Και τούτο, όμως, υπό την προϋπόθεση ότι τα μέτρα δεν παρίστανται προδήλως απρόσφορα ή μη αναγκαία και ότι δεν υφίστανται σοβαρές ενδείξεις ότι υπερβαίνουν το όριο θυσίας των θιγομένων από αυτά∙ πάντως δε, ενόσω εξακολουθεί να συντρέχει στην ίδια ένταση ο κατεπείγων λόγος που υπαγόρευσε την επιβολή τους.
6. Επειδή, με το ν. 4024/2011 «Συνταξιοδοτικές ρυθμίσεις, ενιαίο μισθολόγιο-βαθμολόγιο, εργασιακή εφεδρεία και άλλες διατάξεις εφαρμογής του μεσοπρόθεσμου πλαισίου δημοσιονομικής στρατηγικής 2012-2015» (Α’ 226/27.10.2011) επήλθε μείωση στις κύριες και επικουρικές συντάξεις, καθώς και στα μερίσματα του ΜΤΠΥ. Ειδικότερα, στο άρθρο 2 του νόμου αυτού, με τίτλο «Ρύθμιση θεμάτων ασφαλιστικών φορέων», ορίζεται ότι: «1. Από 1.11.2011 στους συνταξιούχους του NAT και των φορέων κύριας ασφάλισης αρμοδιότητας Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης, οι οποίοι δεν έχουν συμπληρώσει το 55ο έτος της ηλικίας μειώνεται κατά 40% το ποσό της μηνιαίας κύριας σύνταξης που υπερβαίνει τα 1.000 ευρώ. Η ανωτέρω μείωση καταλαμβάνει και το 50% του συνολικού ποσού κύριας και επικουρικής σύνταξης, που χορηγείται από το ΕΤΑΤ και το ΕΤΕΑΜ, σε συνταξιούχους προσυνταξιοδοτικού καθεστώτος. … 2. Από 1.11.2011 στους συνταξιούχους του NAT και των φορέων κύριας ασφάλισης αρμοδιότητας Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης οι οποίοι δεν εμπίπτουν στην μείωση της παραγράφου 1 του άρθρου αυτού, μειώνεται κατά 20% το ποσό της μηνιαίας κύριας σύνταξης που υπερβαίνει τα 1.200 ευρώ. Η ανωτέρω μείωση καταλαμβάνει και το 50% του συνολικού ποσού κύριας και επικουρικής σύνταξης, που χορηγείται από το ΕΤΑΤ και το ΕΤΕΑΜ σε συνταξιούχους προσυνταξιοδοτικού καθεστώτος. … 3. Από 1.11.2011 και εφεξής, στους συνταξιούχους του Ενιαίου Ταμείου Επικουρικής Ασφάλισης Μισθωτών (ΕΤΕΑΜ), το τμήμα της μηνιαίας επικουρικής σύνταξης, το οποίο, μετά την τυχόν παρακράτηση της Ειδικής Εισφοράς Συνταξιούχων Επικουρικής Ασφάλισης της παραγράφου 13 του άρθρου 44 του ν. 3986/2011 (Α΄ 152), υπερβαίνει το ποσό των 150 ευρώ, μειώνεται κατά ποσοστό 30%. Το ποσό της σύνταξης μετά την ανωτέρω μείωση, δεν δύναται να υπολείπεται των 150 ευρώ. 4. Από 1.11.2011 και εφεξής, στους συνταξιούχους του Κλάδου Ασφάλισης Προσωπικού ΔΕΗ του ΤΑΥΤΕΚΩ, των Τομέων «ΤΕΑΠ-ΟΤΕ», «ΤΕΑΠ-ΕΛΤΑ», «ΤΕΑΠ-ΕΤΒΑ» του Κλάδου Επικουρικής Ασφάλισης του ΤΑΥΤΕΚΩ και στους συνταξιούχους του ΕΤΑΤ που λαμβάνουν μόνο επικουρική σύνταξη, καθώς και στους συνταξιούχους του ΕΤΑΤ στο 50% του συνολικού ποσού κύριας και επικουρικής σύνταξης, που χορηγείται από το ΕΤΑΤ και το ΕΤΕΑΜ, σε συνταξιούχους προσυνταξιοδοτικού καθεστώτος, το ποσό της μηνιαίας επικουρικής σύνταξης μειώνεται κατά ποσοστό 15% και για τους συνταξιούχους του Μ.Τ.Π.Υ. κατά ποσοστό 20%. Σε περίπτωση εφαρμογής της παραγράφου 13 του άρθρου 44 του ν. 3986/2011, προηγείται η παρακράτηση της Ειδικής Εισφοράς Συνταξιούχων Επικουρικής Ασφάλισης. Ειδικά για το Μ.Τ.Π.Υ., το τμήμα του μερίσματος που, μετά τις ανωτέρω παρακρατήσεις υπερβαίνει τα 500 ευρώ μηνιαίως, μειώνεται κατά 50%. 5. Τα εισπραττόμενα ποσά από τις αναφερόμενες στις προηγούμενες δύο παραγράφους μειώσεις αποτελούν πόρο των ανωτέρω φορέων-τομέων. 6. …». Στην αιτιολογική έκθεση του νόμου αυτού αναφέρονται, σε σχέση με τις νέες μειώσεις, τα εξής: «Άµεση προτεραιότητα ζωτικού δηµοσίου συµφέροντος είναι η επίτευξη των στόχων και η εφαρµογή του Μεσοπρόθεσµου Πλαισίου Δηµοσιονοµικής Στρατηγικής 2012-2015, που ψηφίστηκε µε το ν. 3985/2011 (Α’ 151) και εξειδικεύθηκε µε τις διατάξεις των ν. 3986/2011 (Α’ 152) και ν. 4002/2011 (Α’ 180). Στην προσπάθεια αυτή καλείται να συµβάλει το σύνολο των οικονοµικών και κοινωνικών δυνάµεων της χώρας. Η χώρα αντιµετωπίζει την κατάσταση ανάγκης, υπό συνθήκες εξαιρετικά πιεστικές. Στόχος να διαφυλαχθεί η υπόσταση και η προοπτική της χώρας, … Για το λόγο αυτό πρωταρχικός στόχος είναι η εφαρµογή των αποφάσεων µε τις οποίες διασφαλίζεται η µακροπρόθεσµη, πραγµατική βιωσιµότητα του ελληνικού δηµοσίου χρέους [ώστε να] καταστεί δυνατή η παραγωγή πρωτογενών πλεονασµάτων τα επόµενα χρόνια…».
7. Επειδή, όπως έγινε δεκτό με τις προαναφερόμενες 2287 – 2290/2015 αποφάσεις της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας, με την εμφάνιση της οξύτατης δημοσιονομικής κρίσης στις αρχές του έτους 2010, ο νομοθέτης, εκτιμώντας ότι υφίστατο άμεσος κίνδυνος κατάρρευσης της οικονομίας και χρεοκοπίας της Χώρας και ότι ο μόνος τρόπος για να αντιμετωπισθεί η κατάσταση ήταν η προσφυγή στη χρηματοδοτική υποστήριξη από τα κράτη της Ευρωζώνης και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, έλαβε, έναντι της υποστήριξης αυτής, κυριαρχικώς, σειρά μέτρων περιστολής των δημόσιων δαπανών, μεταξύ των οποίων και η διενέργεια περικοπών και μειώσεων συνταξιοδοτικών παροχών των συνταξιοδοτούμενων από τους φορείς υποχρεωτικής κοινωνικής ασφάλισης. Οι περικοπές και οι μειώσεις αυτές, οι οποίες ξεκίνησαν από τα επιδόματα εορτών και αδείας των οργανισμών κύριας ασφάλισης (άρθρο τρίτο παρ. 10 – 14 του ν. 3845/2010, Α΄ 65), συνεχίσθηκαν δε σε σύντομο χρονικό διάστημα με την εισφορά αλληλεγγύης των συνταξιούχων κύριας ασφάλισης (άρθρο 38 του ν. 3863/2010, Α΄ 115), την εν συνεχεία αναπροσαρμογή και τη συμπλήρωση της εισφοράς αυτής και την επέκτασή της στην επικουρική ασφάλιση (άρθρο 44 παρ. 10 – 13 του ν. 3986/2011, Α΄ 152), καθώς και τις μειώσεις στις συντάξεις των κάτω των 55 ετών συνταξιούχων και στις κύριες και επικουρικές συντάξεις που υπερβαίνουν, αντιστοίχως, τα 1200,00 και τα 150,00 ευρώ (άρθρο 2 παρ. 1 – 5 του ν. 4024/2011, Α΄ 226), εντάσσονται στις δέσμες μέτρων που έχουν ως βάση τις προβλέψεις του πρώτου «Μνημονίου» και του πρώτου «Μεσοπροθέσμου Πλαισίου» και συνιστούν μέτρα «άμεσης απόδοσης» για την εξεύρεση πόρων προς αντιμετώπιση της έκτακτης ανάγκης στην οποία βρέθηκε η Χώρα. Με τα δεδομένα αυτά, οι εν λόγω περικοπές, έχοντας αποφασισθεί υπό την πίεση των ως άνω όλως εξαιρετικών περιστάσεων και επιβαλλόμενες, κατά την εκτίμηση του νομοθέτη, για την άμεση αντιμετώπιση της κρίσης, δεν παραβιάζουν τις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1, 4 παρ. 1 και 5, 22 παρ. 5, 25 παρ. 1 και 4 και 106 παρ. 1 του Συντάγματος. Ειδικότερα, οι πιο πάνω περικοπές, ενόψει του ύψους και των εν γένει χαρακτηριστικών τους, καθώς και των συνθηκών υπό τις οποίες θεσπίσθηκαν, ούτε στην αρχή της αναλογικότητας αντίκεινται, καθώς δεν παρίστανται, πάντως, απρόσφορες ή μη αναγκαίες να υπηρετήσουν το δημόσιο σκοπό για τον οποίο επιβλήθηκαν, ούτε τον πυρήνα του δικαιώματος στην κοινωνική ασφάλιση προσβάλλουν, καθώς δεν υφίστανται σοβαρές ενδείξεις ότι θίγουν το εγγυημένο από το άρθρο 22 παρ. 5 του Συντάγματος ελάχιστο επίπεδο αξιοπρεπούς διαβίωσης των συνταξιούχων. Ενόψει, άλλωστε, των ανωτέρω συνθηκών της θέσπισής τους, δεν απαιτείτο περαιτέρω εκτίμηση των επιπτώσεών τους από το νομοθέτη. Τέλος, δεν δύναται να γεννηθεί ζήτημα παραβίασης της αρχής της προστατευόμενης εμπιστοσύνης, δεδομένου ότι τα ληφθέντα μέτρα επιβλήθηκαν, όπως αναφέρθηκε, ενόψει έκτακτων και απροβλέπτων συνθηκών και είχαν επείγοντα χαρακτήρα. Κατόπιν αυτών, οι πιο πάνω διατάξεις, κατά το μέρος που επιβάλλονται με αυτές οι εν λόγω περικοπές και μειώσεις, είναι, από των ανωτέρω απόψεων, συμβατές με το Σύνταγμα. Τέλος, οι περικοπές που θεσπίσθηκαν με τις ανωτέρω διατάξεις, δεν αντίκεινται ούτε στο άρθρο 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου (ΠΠΠ) της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), το οποίο κυρώθηκε μαζί με την εν λόγω σύμβαση, με το νδ 53/1974 – Α΄ 256 εφόσον, υπό τα ανωτέρω δεδομένα, δεν κλονίζεται η δίκαιη ισορροπία μεταξύ του γενικού συμφέροντος που τις υπαγόρευσε και των περιοριζόμενων με αυτές περιουσιακών δικαιωμάτων (βλ. ειδικότερα Σ.τ.Ε. 2288/2015 Ολομ., σκ. 20).
8. Επειδή, στη συνέχεια, με το άρθρο πρώτο παρ. ΙΑ υποπαρ. ΙΑ5 παρ. 1 του ν. 4093/2012 (Α΄ 222), όπως το τελευταίο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου αυτού αντικαταστάθηκε με το άρθρο 34 παρ. 4 του ν. 4111/2013 (Α΄ 18), με έναρξη ισχύος – σύμφωνα με το άρθρο 49 παρ. 4 του ίδιου νόμου – από 5.12.2012, ορίστηκαν, μεταξύ άλλων, τα εξής: «ΥΠΟΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ ΙΑ.5 […] 1. Από 1.1.2013 η μηνιαία σύνταξη ή το άθροισμα των μηνιαίων συντάξεων άνω των 1.000,00 ευρώ από οποιαδήποτε πηγή και για οποιαδήποτε αιτία μειώνονται ως εξής: α. Ποσό σύνταξης ή αθροίσματος άνω των 1.000,01 ευρώ και έως 1.500,00 ευρώ μειώνεται στο σύνολο του ποσού κατά 5% και σε κάθε περίπτωση το ποσό που εναπομένει δεν μπορεί να υπολείπεται των 1.000,01 ευρώ. β. Ποσό σύνταξης ή αθροίσματος από 1.500,01 ευρώ έως 2.000,00 ευρώ μειώνεται στο σύνολο του ποσού κατά 10% και σε κάθε περίπτωση το ποσό που εναπομένει δεν μπορεί να υπολείπεται των 1.425,01 ευρώ. γ. Ποσό σύνταξης ή αθροίσματος από 2.000,01 ευρώ έως 3.000,00 ευρώ μειώνεται κατά ποσοστό 15% και σε κάθε περίπτωση το ποσό που εναπομένει δεν μπορεί να υπολείπεται των 1.800,01 ευρώ. δ. Ποσό σύνταξης ή συντάξεων από 3.000,00 ευρώ και άνω μειώνεται κατά ποσοστό 20% και σε κάθε περίπτωση το ποσό που εναπομένει δεν μπορεί να υπολείπεται των 2.550,01 ευρώ. Στο ως άνω άθροισμα λαμβάνονται υπόψη τα μερίσματα, καθώς και κάθε είδους προσαυξήσεις. Επί του αθροίσματος αυτού το ποσό της μείωσης επιμερίζεται αναλογικά σε κάθε φορέα ή τομέα και αποτελεί έσοδο του οικείου ασφαλιστικού φορέα ή τομέα. Για τον υπολογισμό του ποσοστού της μείωσης λαμβάνεται υπόψη το καταβλητέο ποσό συντάξεως ή του ως άνω αθροίσματος την 31.12.2012 μετά τις μειώσεις και τις παρακρατήσεις της ειδικής εισφοράς αλληλεγγύης συνταξιούχων. Από τις ανωτέρω μειώσεις εξαιρούνται όσοι λαμβάνουν το μηνιαίο εξωιδρυματικό επίδομα των παρ. 1 και 2 του άρθρου 42 του ν. 1140/1981 (Α΄ 68), όπως ισχύουν. 2. […]». Σχετικά με τις ρυθμίσεις αυτές, στην αιτιολογική έκθεση του τελευταίου αυτού νόμου – χωρίς καμία μνεία των προηγουμένως επιβληθεισών μειώσεων – αναφέρεται ότι η ανωτέρω μείωση συντάξεων «προκειμένου να είναι σε δικαιότερη βάση, γίνεται στο σύνολο της καταβαλλόμενης κύριας σύνταξης ή κύριων συντάξεων ή κύριας και επικουρικής σύνταξης ή μερίσματος που υπερβαίνουν τα 1000,00 ευρώ κατά μήνα. Η μείωση βαίνει αυξανόμενη, ανάλογα με το ύψος της σύνταξης ή των συντάξεων, προκειμένου τα βάρη να κατανέμονται ανάλογα με την οικονομική δυνατότητα των συνταξιούχων». Εξάλλου, με την παρ. 2 του άρθρου 127 του ν. 4199/2013 (Α΄ 216) ορίστηκε ότι «2.α. Όπου από τις διατάξεις των νόμων 3863/2010 (Α` 115), 3865/2010 (Α`120), 3986/2011 (Α` 152), 4024/2011 (Α` 226), 4051/2012 (Α`40) και 4093/2012 (Α` 222) προβλέπεται παρακράτηση ή μείωση υπολογιζόμενη επί του αθροίσματος των συντάξεων από οποιαδήποτε πηγή και για οποιαδήποτε αιτία, το ποσό της παρακράτησης ή της μείωσης επιμερίζεται από 1.1.2013 αναλογικά σε κάθε φορέα ή τομέα. β. […]».
9. Επειδή, μετά τις διαδοχικές περικοπές και μειώσεις που επιβλήθηκαν με τις διατάξεις των ν. 3845/2010 (Α΄ 65), 3863/2010 (Α΄ 115), 3986/2011 (Α΄ 152) και 4024/2011 (Α΄ 226), σε συνέχεια δε και προς εφαρμογή του εγκριθέντος κατά το έτος 2012 δεύτερου «Μνημονίου Συνεννόησης» (ν. 4046/2012, Α΄ 28), ακολούθησαν, κατά τα προεκτεθέντα, το ίδιο αυτό έτος, δύο ακόμη νομοθετήματα με αντικείμενο την περαιτέρω περιστολή κυρίων και επικουρικών συντάξεων: Ο ν. 4051/2012, με το άρθρο 6 του οποίου μειώθηκαν αναδρομικώς, κατά 12%, οι κύριες συντάξεις που υπερβαίνουν τα 1.300,00 ευρώ και οι επικουρικές συντάξεις, με κλιμάκωση του ποσοστού μείωσης αναλόγως του ύψους αυτών και με κατοχύρωση κατώτατου ορίου 200,00 ευρώ, καθώς και ο ν. 4093/2012, με το άρθρο πρώτο του οποίου, αφενός μεν μειώθηκαν εκ νέου, σε ποσοστά από 5% έως και 20%, οι από οποιαδήποτε πηγή και για οποιαδήποτε αιτία συντάξεις, που υπερβαίνουν αθροιστικώς τα 1.000,00 ευρώ, αφετέρου δε καταργήθηκαν πλέον για όλους τους συνταξιούχους τα επιδόματα και δώρα Χριστουγέννων και Πάσχα. Στις αιτιολογικές εκθέσεις των εν λόγω διατάξεων δεν μνημονεύονται καθόλου οι προηγηθείσες περικοπές, η δε λήψη των νέων μέτρων αιτιολογείται με γενική αναφορά στις «δημοσιονομικές ανάγκες της χώρας», στην «δυσμενή οικονομική κατάσταση συγκεκριμένων ασφαλιστικών φορέων» και στην ανάγκη «να διασφαλιστεί η βιωσιμότητα όλων των φορέων κοινωνικής ασφάλισης […]». Στο ανωτέρω, εξάλλου, δεύτερο Μνημόνιο προβλεπόταν σχετικώς ότι για «την πορεία δημοσιονομικής προσαρμογής του προγράμματος» και ενόψει «των συνεχών προβλημάτων της Ελλάδας με τη φορολογική συμμόρφωση», θα χρειαζόταν η λήψη «επιπρόσθετων μέτρων», ότι «το μεγαλύτερο μέρος της προσαρμογής θα επιτυγχανόταν μέσω περικοπών δαπανών που θα αποσκοπούσαν στη μόνιμη μείωση του μεγέθους του κράτους», ότι «πολλές από αυτές τις περικοπές θα έπρεπε να αφορούν τις κοινωνικές μεταβιβάσεις», και ότι «η μεγάλη εναπομείνασα δημοσιονομική προσαρμογή θα έπρεπε κατ΄ ανάγκη να περιλαμβάνει περαιτέρω προσαρμογές των συντάξεων […] με τρόπο που να προστατεύονται οι χαμηλοσυνταξιούχοι […]». Οι τελευταίες ως άνω διατάξεις ψηφίστηκαν όταν είχε πλέον παρέλθει διετία από τον πρώτο αιφνιδιασμό της οικονομικής κρίσης και αφού, εντωμεταξύ, είχαν σχεδιαστεί και ληφθεί τα βασικά μέτρα για την αντιμετώπισή της. Επομένως, κατά την επιχειρηθείσα με τις διατάξεις αυτές νέα, για πολλοστή φορά, περικοπή συνταξιοδοτικών παροχών της ίδιας ομάδας θιγομένων, ο νομοθέτης δεν δικαιολογούνταν πλέον να προχωρήσει σε σχετικές ρυθμίσεις χωρίς ειδική έρευνα του αντικειμένου αυτών, αλλά όφειλε να προβεί σε εμπεριστατωμένη μελέτη, προκειμένου να διαπιστώσει και να αναδείξει τεκμηριωμένα ότι η λήψη των συγκεκριμένων μέτρων ήταν συμβατή με τις σχετικές συνταγματικές δεσμεύσεις, τις απορρέουσες, μεταξύ άλλων, από το θεσμό της κοινωνικής ασφάλισης, τις αρχές της ισότητας και της αναλογικότητας και την προστασία της αξίας του ανθρώπου. Ειδικότερα, στο πλαίσιο της μελέτης αυτής, όφειλε, καταρχάς, ο νομοθέτης να προβεί σε συνολική εκτίμηση των παραγόντων που προκάλεσαν το πρόβλημα το οποίο επικαλείται ως προς τη βιωσιμότητα των ασφαλιστικών οργανισμών (και, μάλιστα, ενός εκάστου εξ αυτών, ενόψει της διοικητικής και οικονομικής τους αυτοτέλειας), και, ενόψει των παραγόντων αυτών – όπως είναι η μείωση της αξίας, μέσω του PSI (ν. 4050/2012, Α΄ 36), των διαθεσίμων κεφαλαίων των εν λόγω οργανισμών, κυρίως δε, η παρατεινόμενη ύφεση και η συνακόλουθη αύξηση της ανεργίας, στις οποίες ουσιωδώς συμβάλλει η πτώση του βιοτικού επιπέδου μεγάλων κατηγοριών του πληθυσμού συνεπεία μέτρων αντίστοιχων με τα επίδικα (μειώσεις συντάξεων) ή φορολογικών επιβαρύνσεων – να κρίνει για την προσφορότητα των επίδικων αυτών μέτρων. Τούτο δε ενόψει και της διαπίστωσής του ότι τα αντίστοιχα μέτρα που είχε λάβει μέχρι τότε (μειώσεις συντάξεων και μισθών) δεν είχαν αποδώσει τα αναμενόμενα και ότι η οικονομική ύφεση είχε ενταθεί με ρυθμούς που είχαν ανατρέψει τις αρχικές προβλέψεις. Ακόμη δε και αν τα εν λόγω μέτρα κρίνονταν πρόσφορα, κατά τα ανωτέρω, ο νομοθέτης έπρεπε, περαιτέρω, να μελετήσει και να αποφανθεί αιτιολογημένα για την αναγκαιότητά τους, εξετάζοντας την ύπαρξη τυχόν εναλλακτικών επιλογών και συγκρίνοντας τα οφέλη και τα μειονεκτήματα της καθεμιάς για τους επιδιωκόμενους δημόσιους σκοπούς (δημοσιονομική προσαρμογή, βιωσιμότητα των ασφαλιστικών οργανισμών, διασφάλιση ικανοποιητικού, κατ’ άρθρο 22 παρ. 5 του Συντάγματος, επιπέδου ζωής των ασφαλισμένων). Τέλος, εφόσον, πάντως, κατόπιν των ανωτέρω, ο νομοθέτης επέλεγε, όπως εν προκειμένω, να προβεί σε συγκεκριμένες περικοπές συντάξεων (επιλογή, καταρχήν, δικαστικώς ανέλεγκτη), όφειλε προηγουμένως να εξετάσει με τρόπο επιστημονικό και δικαστικά ελέγξιμο, εάν οι επιπτώσεις των περικοπών τούτων στο βιοτικό επίπεδο των θιγομένων, αθροιζόμενες με τις επιπτώσεις από τα ήδη ληφθέντα γενικά μέτρα αντιμετώπισης της κρίσης (όπως οι αλλεπάλληλες φορολογικές επιβαρύνσεις) και συνδυαζόμενες με τις ευρύτερες κοινωνικοοικονομικές συνθήκες της διανυόμενης έκτακτης περιόδου (κόστος αγαθών και υπηρεσιών, περικοπές παροχών υγείας, ανεργία και επίδρασή της στο οικογενειακό εισόδημα, έκταση και περιεχόμενο δανειοληπτικών υποχρεώσεων), οδηγούν σε ανεπίτρεπτη μείωση του επιπέδου ζωής των συνταξιούχων κάτω του ορίου εκείνου που συνιστά, κατά τα προεκτεθέντα, τον πυρήνα του κοινωνικοασφαλιστικού τους δικαιώματος. Από κανένα, όμως, στοιχείο δεν προκύπτει ότι ως προς τα ανωτέρω ζητήματα έλαβε χώρα εν προκειμένω τέτοια μελέτη. Πέραν δε τούτου, δεν προκύπτει ούτε ότι λήφθηκαν υπόψη οι κρίσιμες ως άνω συνταγματικές παράμετροι. Διότι, όπως συνάγεται από τις οικείες προπαρασκευαστικές εργασίες, μόνο κριτήριο για την θέσπιση των σχετικών μέτρων αποτέλεσε η συμβολή τους στην μείωση των δημόσιων δαπανών και τη «δημοσιονομική προσαρμογή». Ακόμη δε και η αναφορά στη «δυσμενή οικονομική κατάσταση» των ασφαλιστικών οργανισμών, ως βασικής αιτίας του προβλήματος, γίνεται αόριστα, είτε για όλους τους οργανισμούς συλλήβδην, είτε για κάποιους μη κατονομαζόμενους, χωρίς να εκτιμάται συγκεκριμένα η κατάσταση καθενός από αυτούς (ενόψει της οικονομικής αυτοτέλειάς τους και των επιβαλλόμενων, αναλόγως, διαφοροποιήσεων) και χωρίς να αναφέρεται εάν και πώς συνέβαλε το Κράτος, κατά τη συνταγματική του υποχρέωση, στη διασφάλιση της βιωσιμότητάς τους. Άλλωστε, οι επίμαχες νομοθετικές ρυθμίσεις διέπονται από την, υπό το «νέο ασφαλιστικό σύστημα», συνταγματικώς μη ανεκτή αντίληψη ότι το Κράτος ρυθμίζει απλώς και οργανώνει την κοινωνική ασφάλιση χωρίς και να υποχρεούται να συμμετέχει στη χρηματοδότηση των οργανισμών κοινωνικής ασφάλισης ή ότι η υποχρέωση αυτή μπορεί να αναπληρώνεται με παροχές προνοιακού χαρακτήρα, καθώς και ότι η διασφάλιση της βιωσιμότητας των εν λόγω οργανισμών απόκειται στους ίδιους τους ασφαλισμένους, συναρτώμενη, προεχόντως ή και αποκλειστικώς, με την μαθηματική σχέση μεταξύ καταβαλλόμενων εισφορών και χορηγούμενων παροχών. Κατόπιν τούτων, οι ανωτέρω διατάξεις του ν. 4093/2012 αντίκεινται στις προπαρατεθείσες συνταγματικές διατάξεις και είναι, ως εκ τούτου, ανίσχυρες και μη εφαρμοστέες. Υπό τα δεδομένα, άλλωστε, αυτά, με τις εν λόγω διατάξεις των ανωτέρω νόμων κλονίζεται η δίκαιη ισορροπία μεταξύ γενικού συμφέροντος και περιουσιακών δικαιωμάτων των συνταξιούχων και, ως εκ τούτου, παραβιάζεται και το άρθρο 1 του ΠΠΠ της ΕΣΔΑ (βλ. ΣτΕ 2287, 2288/2015 Ολομ.).
10. Επειδή, εξάλλου, κατά τα κριθέντα με την 2287/2015 απόφαση της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας (σκέψη 26 της απόφασης), καθ’ εαυτή η διαγνωσθείσα αντισυνταγματικότητα των διατάξεων του ν. 4093/2012 άρθρο πρώτο υποπαρ. ΙΑ5 παρ. 1 θα συνεπαγόταν υποχρέωση της Διοίκησης να συμμορφωθεί με αναδρομική καταβολή των συνταξιοδοτικών παροχών που περικόπησαν, βάσει των αντισυνταγματικών αυτών διατάξεων, σε ιδιαιτέρως ευρύ κύκλο προσώπων που αφορούσε η γενόμενη, ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας, συναφής πρότυπη δίκη. Ενόψει των δεδομένων αυτών, το Συμβούλιο της Επικρατείας, μετά τη στάθμιση του δημοσίου συμφέροντος, αναφερόμενο στην οξυμένη δημοσιονομική κρίση και στην κοινώς γνωστή ταμειακή δυσχέρεια του ελληνικού Κράτους, όρισε, κατ’ αναλογική εφαρμογή του άρθρου 22 παρ. 1 του ν. 4274/2014 (Α΄ 147), ότι οι συνέπειες της αντισυνταγματικότητας των επίμαχων διατάξεων θα επέρχονταν μετά τη δημοσίευση της σχετικής απόφασής του (2287/2015) – για τους εντεύθεν εγείροντες αξιώσεις επέκεινα – η οποία έλαβε χώρα στις 10.6.2015. Εν συνεχεία έκρινε ότι «οίκοθεν νοείται» ότι για όλους όσους έχουν ασκήσει ένδικα μέσα ή βοηθήματα μέχρι το χρόνο δημοσίευσης της απόφασης, η διαγνωσθείσα αντισυνταγματικότητα θα έχει αναδρομικό χαρακτήρα (πρβλ. ΣτΕ 2287/2015 Ολομ. σκέψη 26η).
11. Επειδή, τέλος, σύμφωνα με τα άρθρα 7 παρ. 1 εδ. α΄ του ν. 702/1977 (Α΄ 268) και 68 παρ. 2 και 79 του ΚΔΔ, το διοικητικό πρωτοδικείο, όταν δικάζει επί προσφυγής η οποία στρέφεται κατά πράξεως οργάνων ασφαλιστικού οργανισμού απορριπτικής (εν όλω ή εν μέρει) ασφαλιστικού αιτήματος, μπορεί όχι μόνο να ακυρώσει την πράξη, αλλά, έχοντας πλήρη δικαιοδοσία, να διαμορφώσει το ουσιαστικό περιεχόμενο του ασφαλιστικού δικαιώματος, καθορίζοντας, εφόσον υποβάλλεται σχετικό αίτημα, το ποσό της ασφαλιστικής παροχής στο προσήκον ύψος και επιδικάζοντας υπέρ του ασφαλισμένου τα οφειλόμενα ποσά για ασφαλιστικές παροχές από τον χρόνο κατά τον οποίο έπρεπε να αρχίσει, κατά τον νόμο, η καταβολή τους, καθώς και να επιδικάσει υπέρ αυτού και τους τυχόν οφειλόμενους νόμιμους τόκους ή τόκους υπερημερίας (βλ. ΣτΕ 1796/2017, 2101/2011, 3352/2010, 2019/2007 7/μελές, 3126/1998, 1948/1992, πρβλ. ΣτΕ 3234/2013, 4342/2009 κ.ά., βλ. και ΔΕφΑθ 4906/2017, 2267/2009). Η υποχρέωση δε του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, κατά του οποίου στρέφεται η προσφυγή, για την καταβολή τόκων επιδικίας αρχίζει από την, κατά την παρ. 1 του άρθρου 126 του ανωτέρω Κώδικα, άσκηση της προσφυγής (βλ. ΣτΕ 1796/2017, 1353/2009, 2202/2007, 3981/2006, πρβλ. ΣτΕ 1615/2006, 2537/1997, 2897/1995).
12. Επειδή, στην προκειμένη περίπτωση, από τα στοιχεία της δικογραφίας προκύπτουν τα ακόλουθα: Στις προσφεύγουσες, ασφαλισμένες του καθ΄ ού ΜΤΠΥ, απονεμήθηκε, μετά την έξοδό τους από την υπηρεσία τους, μέρισμα, σύμφωνα με τα μισθολογικά δεδομένα εξόδου από την υπηρεσία τους και τα στοιχεία της ατομικής και υπηρεσιακής τους κατάστασης. Συγκεκριμένα, απονεμήθηκε στην 1η προσφεύγουσα με την …… απόφαση του ΔΣ του ΜΤΠΥ μηναίο μέρισμα ύψους 164,82 ευρώ από 22.3.2012 με συνολική συμμετοχή στο Ταμείο 26 έτη, 4 μήνες και 9 ημέρες και στη 2η προσφεύγουσα μηνιαίο μέρισμα ύψους 264,64 ευρώ από 25.1.2012 με συνολική συμμετοχή στο Ταμείο 40 έτη, 3 μήνες και 7 ημέρες.
Ωστόσο,  κατά την καταβολή του κανονισθέντος με τις ως άνω πράξεις μερίσματος στις προσφεύγουσες επιβλήθηκε, κατά τα αναφερόμενα στα …………. έγγραφα της Προϊσταμένης της Διεύθυνσης Ασφαλισμένων και τα οικεία ενημερωτικά σημειώματα καταβολής μερίσματος, μείωση σε ποσοστό 20% δυνάμει του  του άρθρου 2 παρ. 4 του ν. 4024/2011, ήτοι μείωση ποσού 32,96 ευρώ μηνιαίως για την 1η εξ αυτών και 52,93 ευρώ μηνιαίως για τη 2η εξ αυτών, και επιπλέον, από 1.1.2013, σε ποσοστό 5 και 10% αντίστοιχα για καθεμία εξ αυτών κατ’ εφαρμογή των διατάξεων της παρ. ΙΑ υποπαρ. ΙΑ5 παρ. 1 του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012, ήτοι μείωση ποσού μηνιαίως 6,59 ευρώ για την 1η εξ αυτών και 13,98 ευρώ για τη 2η εξ αυτών, με αποτέλεσμα το εναπομείναν μέρισμα αυτών να διαμορφωθεί τελικώς μηνιαίως, μετά την αφαίρεση του οικείου φόρου, αντίστοιχα στο ποσό των 117,69 ευρώ και στο ποσό των 187,99 ευρώ (βλ. ……..)).
Ακολούθως, οι προσφεύγουσες άσκησαν  εμπροθέσμως και εν γένει νομοτύπως, αιτήσεις αναθεώρησης κατά των ως άνω αποφάσεων απονομής μερίσματος, κατά το μέρος που στο κανονισθέν με αυτές μέρισμα  διενεργήθηκαν σύμφωνα με τις ………….. πράξεις της Προϊσταμένης της Διεύθυνσης Ασφαλισμένων και τα οικεία ενημερωτικά σημειώματα, μειώσεις βάσει των ν. 4024/2011 και 4093/2012  προκειμένου το μέρισμά να τους καταβάλλεται εφεξής χωρίς τις ανωτέρω μειώσεις και να τους επιστραφούν τα ήδη παρακρατηθέντα ποσά, επικαλούμενες,  ότι οι μειώσεις αυτές επιβλήθηκαν κατά παραβίαση του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, των άρθρων 4 παρ. 5, 22 παρ. 5 και 77 παρ. 2 του Συντάγματος, των συνταγματικών αρχών του κοινωνικού κράτους δικαίου και της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, καθώς και των άρθρων 70 παρ. 3 του Ευρωπαϊκού Κώδικα Κοινωνικής Ασφάλειας και του άρθρο 71 παρ. 3 της Διεθνούς Σύμβασης Εργασίας. Ωστόσο, οι εν λόγω αιτήσεις αναθεώρησης απορρίφθηκαν με τις ήδη προσβαλλόμενες, για κάθε μία από της προσφεύγουσες, αποφάσεις του ΔΣ του καθ΄ ού, που λήφθησαν κατά την 8η Συνεδρίαση αυτού της 24ης.2.2015, ήτοι το θέμα 2.4 αυτής για την 1η εξ αυτών και το θέμα 2.5 για τη 2η εξ αυτών, που κοινοποιήθηκαν σε αυτές αντίστοιχα με τα ……………  έγγραφα της Προϊσταμένης της Διεύθυνσης Ασφαλισμένων του ΜΤΠΥ.
13. Επειδή, ήδη, οι προσφεύγουσες με την κρινόμενη προσφυγή και το επ΄ αυτής νομοτύπως από 8.1.2019 κατατεθέν υπόμνημά τους, ζητούν να ακυρωθούν οι προσβαλλόμενες αποφάσεις του ΔΣ του ΜΤΠΥ, με τις οποίες απορρίφθησαν οι αιτήσεις αναθεώρησης που άσκησαν κατά των οικείων πράξεων απονομής μερίσματος προκειμένου να τους καταβάλλεται εφεξής το κανονισθέν μέρισμα χωρίς τις ανωτέρω μειώσεις των ν. 4024/2011 και 4093/2012 και ακολούθως να τους επιστραφούν τα ποσά των επιβληθεισών μειώσεων, και, ειδικώς, τα αντιστοιχούντα για την 1η προσφεύγουσα στο χρονικό διάστημα από 22.3.2012 έως 30.4.2015 και για τη 2η προσφεύγουσα στο χρονικό διάστημα από 25.1.2012 έως 30.4.2015 με το νόμιμο τόκο από τότε που αυτά κατέστησαν απαιτητά άλλως από την κατάθεση της προσφυγής και έως την πλήρη εξόφληση.
Ειδικότερα, οι προσφεύγουσες επαναφέροντας όσα ισχυρίστηκαν με τις αιτήσεις αναθεώρησής τους, προβάλλουν, μεταξύ άλλων, ότι οι διατάξεις των άρθρων  2 παρ. 4 του ν. 4024/2011 και του άρθρου πρώτου παρ. ΙΑ υποπαρ. ΙΑ.5 περ. 1 του ν. 4093/2012, δυνάμει των οποίων εχώρησαν οι προαναφερόμενες μειώσεις είναι αντίθετες στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, καθόσον η απαίτηση των μερισματούχων του Ταμείου για απόληψη των μερισμάτων τους στο ακέραιο, η οποία έχει ήδη γεννηθεί, αποτελεί στοιχείο της περιουσίας τους, καθώς και στις αρχές του κοινωνικού κράτους δικαίου και της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης των ασφαλισμένων ότι η σύνταξη που τους έχει απονεμηθεί θα συνεχίσει να τους καταβάλλεται. Περαιτέρω, οι προσφεύγουσες υποστηρίζουν ότι η εφαρμογή των ανωτέρω μειώσεων στο απονεμόμενο μέρισμα αντίκειται στα άρθρα 4 παρ. 5 και 22 παρ. 5 του Συντάγματος, δεδομένου ότι το εναπομείναν μέρισμα, ως ασφαλιστική παροχή, δεν δύναται να αναπληρώσει ούτε στο ελάχιστο το εισόδημα εκ της προηγηθείσας εργασίας, καθώς και στα άρθρα 70 παρ. 3 του Ευρωπαϊκού Κώδικα Κοινωνικής Ασφάλειας και 71 παρ. 3 της Διεθνούς Σύμβασης Εργασίας, που κατά τα προβαλλόμενα, επέβαλαν  την σύνταξη ειδικής μελέτης περί της αναγκαιότητας της ανωτέρω ρύθμισης για την προστασία του ασφαλιστικού κεφαλαίου του ΜΤΠΥ. Εξάλλου, το καθ’ ου με το  ……….. έγγραφο απόψεων υπεραμύνεται της νομιμότητας της των προσβαλλόμενων αποφάσεων και ζητεί την απόρριψη της προσφυγής ως αβάσιμης.
14. Επειδή, σύμφωνα με όσα αναπτύχθηκαν ανωτέρω, οι μειώσεις που εχώρησαν στο μέρισμα των προσφευγουσών δυνάμει του άρθρου  2 παρ. 4 του ν. 4024/2011, έχοντας αποφασιστεί υπό την πίεση των όλως εξαιρετικών περιστάσεων που προεκτέθηκαν, και επιβαλλόμενες κατά την εκτίμηση του νομοθέτη για την άμεση αντιμετώπιση της τρέχουσας οικονομικής κατάστασης, ενόψει του ύψους και των εν γένει χαρακτηριστικών τους, καθώς και των συνθηκών υπό τις οποίες θεσπίσθηκαν, δεν παρίστανται, πάντως, απρόσφορες ή μη αναγκαίες να υπηρετήσουν το δημόσιο σκοπό για τον οποίο επιβλήθηκαν, ενώ, λόγω των ανωτέρω συνθηκών της θέσπισής τους, δεν απαιτείτο περαιτέρω εκτίμηση των επιπτώσεών τους από το νομοθέτη. Ενόψει αυτών, οι προαναφερθείσες περικοπές δεν αντίκεινται ούτε στα άρθρα 4 παρ. 5 και 22 παρ. 5 του Συντάγματος ούτε στο άρθρο 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, εφόσον, υπό τα ανωτέρω δεδομένα, δεν κλονίζεται η δίκαιη ισορροπία μεταξύ του γενικού συμφέροντος που τις υπαγόρευσε και των περιοριζομένων με αυτές περιουσιακών δικαιωμάτων (βλ. ΣτΕ 2287-2290/2015 Ολ.). Επομένως, ορθά και νόμιμα απορρίφθηκαν με τις προσβαλλόμενες αποφάσεις οι αιτήσεις αναθεώρησης που υπέβαλαν οι προσφεύγουσες κατά των οικείων αποφάσεων απονομής μερίσματος, σε εφαρμογή των οποίων, κατά την εκτέλεση αυτών, επήλθαν οι προαναφερόμενες μειώσεις του κανονισθέντος σε αυτές μερίσματος, σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 4 του ν. 4024/2011, όλοι, δε, οι περί του αντιθέτου ισχυρισμοί τους τυγχάνουν απορριπτέοι ως αβάσιμοι.
15. Επειδή, περαιτέρω, λαμβάνοντας υπόψη ότι, σύμφωνα με όσα έγιναν ερμηνευτικώς δεκτά στη σκέψη 9 της παρούσας, οι μειώσεις που επήλθαν επιπροσθέτως στο μέρισμα των προσφευγουσών, κατ’ εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου πρώτου παρ. ΙΑ υποπαρ. ΙΑ.5 περ. 1 του ν. 4093/2012, είναι, για τους λόγους που προεκτέθηκαν και ανάγονται αποκλειστικά στην υφιστάμενη δημοσιονομική περίσταση, αντίθετες στο Σύνταγμα και το άρθρο 1 του ΠΠΠ της ΕΣΔΑ, το Δικαστήριο κρίνει ότι μη νομίμως περικόπηκε, κατά το αντίστοιχο για κάθε μία ποσό, το μέρισμα που οι προσφεύγουσες ελάμβαναν κατά το χρονικό διάστημα από 1.1.2013 και εφεξής, ήτοι για όλο το χρόνο που συνέχιζε να εφαρμόζεται η ένδικη μείωση δυνάμει της διάταξης του ν. 4093/2012, απορριπομένων ως αβασίμων όσων περί του αντιθέτου προβάλλει το καθ΄ ού με την έκθεση απόψεών του. Ενόψει αυτών, οι προσβαλλόμενες αποφάσεις του ΔΣ του καθ΄ ού ΜΤΠΥ, κατά το μέρος που αφορούν την απόρριψη των αιτήσεων αναθεώρησής των προσφευγουσών κατά των αρχικών αποφάσεων απονομής μερίσματος αναφορικά με την επιβολή από 1.1.2013 στο κανονισθέν με αυτές μέρισμα της ένδικης μείωσης του ν. 4093/2012 είναι μη νόμιμες και πρέπει, για το λόγο αυτό, κατά τα βασίμως προβαλλόμενα από τις προσφεύγουσες, να ακυρωθούν κατά το μέρος αυτό καθώς και να αναγνωρισθεί ότι η καταβολή του χορηγούμενου στις προσφεύγουσες μερίσματος έπρεπε να χωρήσει δίχως την εφαρμογή της μείωσης αυτής. Ακολούθως, λαμβάνοντας υπόψη ότι η κρινόμενη προσφυγή ασκήθηκε στις 7.5.2015, ήτοι πριν τη δημοσίευση της 2287/2015 απόφασης της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας, πρέπει στα πλαίσια της προσφυγής αυτής και σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στις σκέψεις 10 και 11 της παρούσας να αναγνωρισθεί ότι πρέπει να επιστραφούν αναδρομικά στις προσφεύγουσες τα ποσά, κατά τα οποία απομειώθηκε το μέρισμά τους, δυνάμει των ένδικων διατάξεων του ν. 4093/2012, και ειδικότερα, με δεδομένο το αίτημα καταβολής τόκων με την προσφυγή αυτή, κατά το μεν διάστημα από 1.1.2013 έως 30.4.2015  τα ποσά αυτά να επιστραφούν με το νόμιμο τόκο από το χρόνο άσκησης της προσφυγής έως και την πλήρη εξόφληση, κατά δε το μεταγενέστερο διάστημα από τον 5ο/2015, για το οποίο η επιστροφή των ποσών μείωσης του μερίσματος με βάση το ν. 4093/2012 εντάσσεται στο διαπλαστικό αποτέλεσμα της προσφυγής, αυτά να επιστραφούν αυτοτελώς όπως παρακρατήθηκαν.
16. Επειδή, κατ’ ακολουθία, η κρινόμενη προσφυγή πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη κατά το μέρος που στρέφεται κατά του Ελληνικού Δημοσίου, ενώ, κατά το μέρος που στρέφεται κατά το ΜΤΠΥ πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό. Ακολούθως, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή μέρους του καταβληθέντος παραβόλου, ποσού δέκα (10) ευρώ σε κάθε μία από τις προσφεύγουσες και η κατάπτωση του υπολοίπου παραβόλου, ποσού δεκαπέντε (15) ευρώ για κάθε μία από αυτές υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου (άρθρο 277 παρ. 9 εδ. γ΄ του ΚΔΔ). Τέλος,  εκτιμωμένων των συνθηκών, οι προσφεύγουσες απαλλάσσονται από τα δικαστικά έξοδα του Ελληνικού Δημοσίου, κατ΄ άρθρο 275 παρ. 1 εδ. ε του ΚΔΔ, ενώ, κατά τα λοιπά, λόγω της μερικής ήττας και νίκης των διαδίκων, πρέπει να συμψηφισθούν τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των προσφευγουσών και του ΜΤΠΥ (άρθρο 275 παρ. 1 εδ. γ΄ του ΚΔΔ).
ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ
Απορρίπτει την προσφυγή κατά το μέρος που στρέφεται κατά του Ελληνικού Δημοσίου.
Απαλλάσσει τις προσφεύγουσες από τα δικαστικά έξοδα του 2ου καθ΄ών Ελληνικού Δημοσίου.
Δέχεται εν μέρει την προσφυγή κατά το μέρος που στρέφεται κατά του ΜΤΠΥ.
Ακυρώνει τις αποφάσεις του Διοικητικού Συμβουλίου (ΔΣ) του καθ΄ ού ΜΤΠΥ, που λήφθησαν κατά την 8η Συνεδρίαση αυτού και συγκεκριμένα το θέμα 2.4 σχετικά με την 1η προσφεύγουσα και το θέμα 2.5 σχετικά με τη 2η προσφεύγουσα κατά το μέρος που με αυτές απορρίφθηκαν αντίστοιχα οι ………… αιτήσεις αναθεώρησης αυτών κατά των ………… οικείων πράξεων απονομής μερίσματος, αναφορικά με τις μειώσεις που διενεργήθηκαν από 1.1.2013 στο μέρισμα των προσφευγουσών  δυνάμει των διατάξεων της παρ. ΙΑ υποπαρ. ΙΑ5 παρ. 1 του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012.
Αποφαίνεται ότι το μέρισμα των προσφευγουσών πρέπει να καταβάλλεται για το διάστημα αυτό  από 1.1.2013 και εφεξής, χωρίς την εφαρμογή της μείωσης που εχώρησε σε αυτό δυνάμει των διατάξεων της παρ. ΙΑ υποπαρ. ΙΑ5 παρ. 1 του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012.
Αποφαίνεται ότι πρέπει να επιστραφούν στις προσφεύγουσες τα ποσά, κατά τα οποία απομειώθηκε το μέρισμά τους δυνάμει των ένδικων διατάξεων του ν. 4093/2012, κατά το μεν διάστημα από 1.1.2013 έως και 30.4.2015 με το νόμιμο τόκο από το χρόνο άσκησης της προσφυγής έως και την πλήρη εξόφληση, κατά δε το μεταγενέστερο διάστημα άσκησης της προσφυγής, ήτοι από τον 5ο/2015 και εφεξής, αυτοτελώς όπως παρακρατήθηκαν.
Διατάσσει να αποδοθεί σε κάθε μία από τις προσφεύγουσες μέρος του καταβληθέντος από αυτές παραβόλου, ποσού δέκα (10) ευρώ, ενώ το υπολειπόμενο για κάθε μία από αυτές παράβολο ποσού δεκαπέντε (15) ευρώ να καταπέσει υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου.
Συμψηφίζει τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των προσφευγουσών και του ΜΤΠΥ.
Η διάσκεψη του Δικαστηρίου έγινε στην Αθήνα στις 12 Ιουνίου 2019 και η απόφαση δημοσιεύθηκε στην Αθήνα στο ακροατήριο του κατά την δημόσια συνεδρίαση της 5 Ιουλίου 2019.
Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ                                                    Η ΕΙΣΗΓΗΤΡΙΑ

Από το Blogger.